Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν.4387/2016,
μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης
και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις
Ν.4472/2017 (ΦΕΚ 74/Α’/19.5.2017)
(Άρθρα 1-20, 45-46, 52, 57-65, 68-84 & 164)
ΜΕΡΟΣ Α’
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ,
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν.4387/2016
ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 1
Τροποποίηση διατάξεων του ν.4387/2016
για τις συντάξεις Δημοσίου
1. Η παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.4387/2016 (Α’ 85) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Για όσους λαμβάνουν σύνταξη μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθώς και για τα πρόσωπα της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6, η οικογενειακή παροχή εξακολουθεί, έως 31.12.2018, να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος. Από 1.1.2019 και εφεξής καταβάλλεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1. Η περίπτωση ε’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4024/2011 (Α’ 226) δεν έχει εφαρμογή στα πρόσωπα των περιπτώσεων β’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος.».
2. Η περίπτωση β’ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν.4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Από την 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται. Το ποσό που περικόπτεται κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Αν, μετά την εφαρμογή της ρύθμισης του ανωτέρω εδαφίου, το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3.».
3. Στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ν.4387/2016 προστίθενται περιπτώσεις γ’ και δ’ ως εξής:
«γ. Αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, τότε αυτό προσαυξάνεται, από την 1.1.2019, κατά 1/5 της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε (5) ετών.
δ. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις περιπτώσεις β’ και γ’ αποτυπώνονται από την 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα.».
4. Η περίπτωση α’ της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν.4387/2016 τροποποιείται ως εξής:
«α. Το συνολικό ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος αυξάνεται, από την 1.1.2022 κατ’ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά πενήντα τοις εκατό (50%) από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ν.4387/2016
ΚΑΙ ΜΕΤΡΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΤΗΡΙΞΗΣ
Άρθρο 2
Τροποποίηση διατάξεων του ν.4387/2016
για τις συντάξεις ασφαλιστικών φορέων
1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 27 του ν.4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για όσους λαμβάνουν σύνταξη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το επίδομα συζύγου εξακολουθεί να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις έως 31.12.2018. Από την 1.1.2019 και εντεύθεν καταβάλλεται παροχή κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του παρόντος.».
2. Στο άρθρο 96 του ν.4387/2016 προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, παράγραφος 7 ως εξής:
«7. Από 1.1.2019 και εντεύθεν, η καταβαλλόμενη κατά την ημερομηνία αυτή επικουρική σύνταξη, εφόσον υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό της σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 4 και της υπουργικής απόφασης της παραγράφου 6 του παρόντος, αναπροσαρμόζεται στο ύψος της επανυπολογισθείσας. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται μετά την ως άνω αναπροσαρμογή το ποσό της επικουρικής σύνταξης να μειωθεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) του καταβαλλόμενου κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος ποσού επικουρικής σύνταξης.».
3. Στο τέλος της περίπτωσης γ’ της παρ. 1 του άρθρου 6 και της παρ. 2 του άρθρου 94 του ν.4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Οι ανωτέρω προσωπικές διαφορές καταβάλλονται έως 31.12.2018.».
Άρθρο 3
Επίδομα Στέγασης
1. Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης θεσπίζει Επίδομα Στέγασης για έως και εξακόσιες χιλιάδες (600.000) νοικοκυριά που διαμένουν σε μισθωμένη κατοικία ή επιβαρύνονται με το κόστος εξυπηρέτησης στεγαστικού δανείου πρώτης κατοικίας. Για τον καθορισμό των νοικοκυριών εφαρμόζονται οι περιπτώσεις α’ και β’ της παρ. 2 του άρθρου 235 του ν.4389/2016 (Α’ 94).
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εσωτερικών, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, ρυθμίζονται: α) το ατομικό εισοδηματικό όριο για τη χορήγηση του επιδόματος, το οποίο δεν μπορεί να ξεπερνά τα εννιά χιλιάδες εξακόσια (9.600) ευρώ, τα περιουσιακά κριτήρια και κάθε άλλη προϋπόθεση που πρέπει να πληρούν οι δικαιούχοι, β) το ακριβές ποσό του επιδόματος και το ανώτατο ύψος αυτού, γ) άλλες προϋποθέσεις, τα αναγκαία δικαιολογητικά και το αρμόδιο όργανο που απονέμει το επίδομα, δ) η διαδικασία, ο τρόπος και ο χρόνος χορήγησης του επιδόματος και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
3. Οι δαπάνες για τη χορήγηση του επιδόματος καλύπτονται από πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συνολικού ύψους έως και εξακοσίων εκατομμυρίων (600.000.000) ευρώ κατ’ έτος.
Άρθρο 4
Πρόγραμμα «Βρεφονηπιακή Φροντίδα»
1.α. Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συντονίζει, εποπτεύει και επεκτείνει πρόγραμμα εθνικής εμβέλειας, υπό τον τίτλο «Βρεφονηπιακή Φροντίδα» (Πρόγραμμα).
β. Το Πρόγραμμα έχει ως αντικείμενο την επιδότηση της ίδρυσης, της εξεύρεσης και διαμόρφωσης εγκαταστάσεων και της προμήθειας εξοπλισμού νέων μονάδων βρεφικών, παιδικών ή βρεφονηπιακών σταθμών ή της επέκτασης και εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων μονάδων από δημοτικές επιχειρήσεις, διαδημοτικές επιχειρήσεις, ενώσεις δημοτικών επιχειρήσεων και φορείς κοινωνικής οικονομίας (ΚΟΙΣΠΕ-Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης και ΚΟΙΝΣΕΠ-Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις) συνολικής δυναμικότητας έως και σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) θέσεων.
γ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, καθορίζονται: (α) Τα κριτήρια επιδότησης των υπαγομένων δομών και η επιλεξιμότητα αυτών. (β) Η προθεσμία και η διαδικασία υποβολής και κρίσης των σχετικών αιτημάτων των ενδιαφερομένων. (γ) Οι προϋποθέσεις, η διαδικασία καταβολής της επιδότησης και η ανάθεση αυτών σε τυχόν ενδιάμεσο φορέα. (δ) Οι διαδικασίες ελέγχου, οι επιβαλλόμενες κυρώσεις σε περίπτωση μη τήρησης των όρων καταβολής της επιδότησης, καθώς και οι διαδικασίες ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και (ε) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την υλοποίηση του Προγράμματος.
2.α. Για τις δαπάνες του Προγράμματος, καθώς και για την επιδότηση της φιλοξενίας και φροντίδας στις μονάδες της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1, διατίθενται πιστώσεις ύψους έως και εκατόν πενήντα εκατομμυρίων (150.000.000) ευρώ κατ’ έτος από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, καθορίζονται: (α) τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και οι λοιπές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο των ωφελουμένων, (β) το ακριβές ποσό επιδότησης ανά παιδί, (γ) οι προϋποθέσεις, τα δικαιολογητικά και ο φορέας απονομής της επιδότησης, (δ) η διαδικασία, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής της επιδότησης και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της περίπτωσης α’.
Άρθρο 5
Πρόγραμμα «Σχολικά Γεύματα»
1. Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συντονίζει, εποπτεύει και επεκτείνει διατροφικό πρόγραμμα εθνικής εμβέλειας υπό τον τίτλο «Σχολικά Γεύματα» (Πρόγραμμα) στην υποχρεωτική Δημόσια εκπαίδευση.
2. Το Πρόγραμμα έχει ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση αναγκών σίτισης μαθητών σχολικών μονάδων της υποχρεωτικής δημόσιας εκπαίδευσης με την κατάρτιση δημοσίων συμβάσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 107-110 του ν.4412/2016 (Α’ 147).
3. Η εφαρμογή του Προγράμματος τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της Διεύθυνσης Καταπολέμησης της Φτώχειας της Γενικής Διεύθυνσης Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
4. Οι συμβάσεις με αντικείμενο τη δωρεάν παροχή σχολικών γευμάτων του Προγράμματος προκηρύσσονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Οι προδιαγραφές, οι γενικοί κανόνες, τα κριτήρια αξιολόγησης και κάθε αναγκαία διαδικασία και λεπτομέρεια υλοποίησης του Προγράμματος ορίζονται στην προκήρυξη της παρούσας παραγράφου.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, καθορίζεται η επιλογή των γεωγραφικών περιοχών εφαρμογής του προγράμματος με βάση τα ποσοστά ανεργίας, πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
6. Οι δαπάνες για τις δράσεις του Προγράμματος καλύπτονται από πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συνολικού ύψους έως και εκατόν ενενήντα εκατομμυρίων (190.000.000) ευρώ κατ’ έτος.
Άρθρο 6
Επίδομα παιδιού
1. Οι διαθέσιμες πιστώσεις του Ενιαίου Επιδόματος Στήριξης Τέκνων, όπως αυτό προβλέπεται στην υποπαράγραφο ΙΑ.2 του ν.4093/2012 (Α’ 222), αυξάνονται έως και διακόσια εξήντα εκατομμύρια (260.000.000) ευρώ. Οι σχετικές πιστώσεις εγγράφονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, ρυθμίζονται: (α) τα περιουσιακά/εισοδηματικά κριτήρια και οι κατηγορίες των δικαιούχων, (β) τα κριτήρια διαμονής, (γ) τα αρμόδια για την αναγνώριση και την καταβολή του επιδόματος όργανα, (δ) η διαδικασία και οι προϋποθέσεις χορήγησης του επιδόματος, (ε) τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την αναγνώριση των δικαιούχων, (στ) το ύψος του καταβλητέου επιδόματος ανά κατηγορία δικαιούχων, όπως αυτό διαμορφώνεται κατόπιν της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 αύξησης των σχετικών πιστώσεων, καθώς και (ζ) κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 7
Μέτρα ενίσχυσης της εργασίας
1. Με σκοπό την ενίσχυση και την τόνωση της αγοράς εργασίας, πλέον των συντρεχόντων προγραμμάτων απασχόλησης, τίθενται σε ισχύ προγράμματα εργασίας στοχευμένων ομάδων ανέργων εγγεγραμμένων στα μητρώα του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), τα οποία καταρτίζονται μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ. με κοινές αποφάσεις των Υπουργών που ορίζονται από την κείμενη νομοθεσία ως συναρμόδιοι για κάθε πρόγραμμα, οι οποίες εκδίδονται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15.
2. Τα ως άνω προγράμματα μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μία ή περισσότερες από τις κατωτέρω δράσεις:
α) Προγράμματα εύρεσης εργασίας, συμβουλευτικής και καθοδήγησης.
β) Επέκταση του προγράμματος «Εγγύηση για τη νεολαία» με έμφαση στους νέους που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.
γ) Προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας μέσω κατάρτισης και πρακτικής άσκησης, με έμφαση στον ιδιωτικό τομέα, τα οποία θα συνοδεύονται από την απαραίτητη πιστοποίηση των αποκτούμενων δεξιοτήτων.
δ) Προγράμματα κοινωφελούς εργασίας με έμφαση στην αναβάθμιση δεξιοτήτων, προσανατολισμένα στην επανένταξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, στοχεύοντας ιδίως τους δικαιούχους του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (Κ.Ε.Α.).
3. Για τα παραπάνω προγράμματα εργασίας ο Ο.Α.Ε.Δ. επιχορηγείται από πόρους του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με μεταφορά πίστωσης συνολικού ύψους έως και διακοσίων εξήντα εκατομμυρίων (260.000.000) ευρώ κατ’ έτος.
Άρθρο 8
Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων
Από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων διατίθεται συνολικό ποσό έως και τριακοσίων εκατομμυρίων (300.000.000) ευρώ κατ’ έτος, με ισόποσο επιπρόσθετο όριο στο εθνικό σκέλος του Π.Δ.Ε. για τη χρηματοδότηση δράσεων των καθεστώτων ενισχύσεων του ν.4399/2016 (Α’ 117), έργων υποδομής στον τομέα της αγροτικής παραγωγής και έργων ενεργειακής εξοικονόμησης και αναβάθμισης στον τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της Βιομηχανίας.
Άρθρο 9
Μείωση συμμετοχής στη φαρμακευτική δαπάνη
1. Για τα πρόσωπα με φορολογητέο εισόδημα έως και χίλια διακόσια (1.200) ευρώ που δικαιούνται αποζημίωση της φαρμακευτικής τους δαπάνης από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και στα οποία δεν εφαρμόζονται άλλες διατάξεις περί μηδενικής συμμετοχής στη φαρμακευτική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου τριακοστού πρώτου του ν.4411/2016 (Α’ 142), του άρθρου 38 του ν.4025/2011 (Α’ 228) και του άρθρου 33 του ν.4368/2016 (Α’ 21), καθώς και των κανονιστικών πράξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, καθορίζεται, με βάση εισοδηματικά κριτήρια, πλήρης απαλλαγή ή έκπτωση στο ποσοστό συμμετοχής τους στις δαπάνες φαρμακευτικής περίθαλψης.
2. Η επιπλέον δαπάνη έως και διακοσίων σαράντα εκατομμυρίων (240.000.000) ευρώ, που προκύπτει για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από την εφαρμογή του παρόντος, βαρύνει τις πιστώσεις του προϋπολογισμού του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, το οποίο και υποχρεούται να την αποδίδει προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ..
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, που εκδίδεται κατόπιν της έκδοσης της απόφασης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, ρυθμίζονται ειδικότερα οι όροι και οι προϋποθέσεις, οι ακριβείς εκπτώσεις στο ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες φαρμακευτικής περίθαλψης, η απαιτούμενη διοικητική διαδικασία, η τήρηση των ηλεκτρονικών μητρώων, η διαδικασία απόδοσης της δαπάνης που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προς τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
Άρθρο 10
Τροποποιήσεις στις μειώσεις φόρου
του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος
1. Η παρ. 1 του άρθρου 16 του ν.4172/2013 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 μειώνεται κατά το ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ για τον φορολογούμενο χωρίς εξαρτώμενα τέκνα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 11, όταν το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και συντάξεις δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Η μείωση του φόρου ανέρχεται σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ για τον φορολογούμενο με ένα (1) εξαρτώμενο τέκνο, σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350) ευρώ για δύο (2) εξαρτώμενα τέκνα και σε χίλια τετρακόσια πενήντα (1.450) ευρώ για τρία (3) εξαρτώμενα τέκνα και άνω. Εάν το ποσό του φόρου είναι μικρότερο των ποσών αυτών, η μείωση του φόρου περιορίζεται στο ποσό του αναλογούντος φόρου.».
2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1.1.2020 και εφεξής.
Άρθρο 11
Τροποποιήσεις στον Ενιαίο Φόρο
Ιδιοκτησίας Ακινήτων
α. Στο άρθρο 7 του ν.4223/2013 (Α’ 287) μετά την παράγραφο 3 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Όταν το συνολικό ποσό του ΕΝ.Φ.Ι.Α., όπως προσδιορίζεται με βάση τα άρθρα 4 και 5, δεν υπερβαίνει τα επτακόσια (700) ευρώ, χορηγείται μείωση αυτού κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τα εβδομήντα (70) ευρώ. Στις περιπτώσεις των δικαιούχων της έκπτωσης της παραγράφου 1, το
όριο των επτακοσίων (700) ευρώ διπλασιάζεται.».
β. Η παρ. 4 του άρθρου 7 του ν.4223/2013 αναριθμείται σε 5.
Άρθρο 12
Τροποποιήσεις στην Κλίμακα Φορολογίας
Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων
Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν.4172/2013 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το φορολογητέο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύμφωνα με την ακόλουθη κλίμακα:
| Εισόδημα (Μισθοί, Συντάξεις, Επιχ. Δραστηριότητα) | ||
| Εισόδημα από (ευρώ) |
Εισόδημα έως (ευρώ) |
Φορολογικός Συντελεστής |
| 0 | 20.000 | 20% |
| 20.000,01 | 30.000 | 29% |
| 30.000,01 | 40.000 | 37% |
| > = 40.000,01 | 45% | |
Άρθρο 13
Τροποποιήσεις στην Ειδική Εισφορά
Αλληλεγγύης του ν.4172/2013
1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ των φυσικών προσώπων ή σχολάζουσας κληρονομιάς.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 43Α του ν.4172/2013 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της παραγράφου 1 υπολογίζεται με την ακόλουθη κλίμακα:
| Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης | ||
| Εισόδημα από (ευρώ) |
Εισόδημα από (ευρώ) |
Συντελεστής |
| 0 | 30.000 | 0% |
| 30.000,01 | 40.000 | 2,00% |
| 40.000,01 | 65.000 | 5,00% |
| 65.000,01 | 220.000 | 9,00% |
| > 220.000 | 10,00% | |
Άρθρο 14
Τροποποιήσεις στους συντελεστές φορολογίας
εισοδήματος του άρθρου 58 του ν.4172/2013
Η παρ. 1 του άρθρου 58 του ν.4172/2013 (Α’ 167) αντικαθίσταται ως εξής:
«1.α) Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, καθώς και τα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης γ’ του άρθρου 45 που τηρούν απλογραφικά φορολογούνται με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%), εξαιρουμένων των πιστωτικών ιδρυμάτων της περίπτωσης β’. Τα κέρδη από επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτούν οι υπόχρεοι των περιπτώσεων β’, δ’, ε’, στ’ και ζ’ του άρθρου 45 που τηρούν απλογραφικά βιβλία φορολογούνται με συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%).
β) Τα πιστωτικά ιδρύματα της περίπτωσης 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.4261/2014 φορολογούνται με συντελεστή είκοσι εννέα τοις εκατό (29%).».
Άρθρο 15
1.α. Οι διατάξεις των άρθρων 3-9 τίθενται σε εφαρμογή από 1.1.2019 και των άρθρων 11-13 από 1.1.2020, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 14 ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται κατά το φορολογικό έτος που αρχίζει από 1.1.2019 και εφεξής και θα δηλώνονται το επόμενο φορολογικό έτος υπό την προϋπόθεση και στο βαθμό που, σύμφωνα με εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και τις ελληνικές αρχές, στο πλαίσιο της τελικής αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, δεν προκαλείται απόκλιση από τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους, όπως αυτοί καθορίζονται στο ως άνω Πρόγραμμα. Ο Υπουργός Οικονομικών δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ανακοίνωση, στην οποία περιέχονται τα συμπεράσματα της ανωτέρω εκτίμησης.
β. Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή των άρθρων 3 έως 9 αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών, στον επιτρεπόμενο βαθμό, σύμφωνα με την περίπτωση α’.
γ. Οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 14 εφαρμόζονται αναπροσαρμοζόμενες στον επιτρεπόμενο βαθμό, σύμφωνα με την περίπτωση α’. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών διαπιστώνεται η ακριβής αντιστοιχία προς το δημοσιονομικό στόχο και ρυθμίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή των άρθρων 11 έως 14.
2. Αν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και τις ελληνικές αρχές, στο πλαίσιο της τελικής αξιολόγησης του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής, διαπιστώσει ότι, στη βάση μίας προοπτικής εκτίμησης και λαμβάνοντας υπόψη την εφαρμογή των άρθρων 1 και 2, η εμπροσθοβαρής εφαρμογή του άρθρου 10 είναι αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί ο συμφωνημένος δημοσιονομικός στόχος πρωτογενούς ισοζυγίου της Γενικής Κυβέρνησης ύψους 3,5% για το οικονομικό έτος 2019 κατά τρόπο ευνοϊκό για την ανάπτυξη, οι διατάξεις του άρθρου 10 εφαρμόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1.1.2019 και εφεξής. Προκειμένου να διασφαλιστεί, ως αποτέλεσμα της ως άνω εμπροσθοβαρούς εφαρμογής, η επίτευξη του ανωτέρω δημοσιονομικού στόχου κατά τρόπο ευνοϊκό για την ανάπτυξη, οι ελληνικές αρχές μπορούν να εφαρμόζουν τις αναγκαίες προσαρμογές στο άρθρο 10, σε συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Ο Υπουργός Οικονομικών δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ανακοίνωση, στην οποία περιέχονται τα συμπεράσματα της ανωτέρω εκτίμησης.
ΜΕΡΟΣ Β’
ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
Άρθρο 16
Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις
1. Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.1876/1990 (Α’ 27) η φράση «Όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» αντικαθίσταται με τη φράση Έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής».
2. Στην παρ. 6 του άρθρου 37 του ν.4024/2011(Α’ 226) η φράση «όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής.» αντικαθίσταται με τη φράση «έως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής».
Άρθρο 17
Έλεγχος ομαδικών απολύσεων
1. Στο άρθρο 3 του ν.1387/1983 (Α’ 110) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, ο εργοδότης μπορεί να θέσει υπ’ όψιν των εργαζομένων κοινωνικό πλάνο για τους υπό απόλυση εργαζόμενους, δηλαδή μέτρα άμβλυνσης των επιπτώσεων της απόλυσης, όπως ποσά για κάλυψη αυτασφάλισης, διαθέσιμα ποσά μέσω εταιρικής κοινωνικής ευθύνης για κατάρτιση και συμβουλευτική για επανένταξη στην αγορά εργασίας, ενέργειες για την αξιοποίηση ειδικών προγραμμάτων από τον Ο.Α.Ε.Δ. αντιμετώπισης της επαπειλούμενης ανεργίας των υπό απόλυση εργαζομένων, καθώς και δυνατότητες, μεθόδους και κριτήρια για την κατά προτεραιότητα επαναπρόσληψή τους.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 3 του ν.1387/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Αντίγραφα των εγγράφων αυτών υποβάλλονται από τον εργοδότη στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (Α.Σ.Ε.).».
3. Το άρθρο 5 του ν.1387/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων. Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Α.Σ.Ε.. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων μπορούν να καταθέτουν στο Α.Σ.Ε. υπόμνημα επί των διαβουλεύσεων.
2. Αν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης στο Α.Σ.Ε..
3. Αν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, το Α.Σ.Ε., με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία υποβολής του πρακτικού διαβούλευσης, διαπιστώνει αν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη προς ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και η υποχρέωση κοινοποίησης των σχετικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 3. Για το σκοπό αυτόν, το Α.Σ.Ε. μπορεί να καλεί και να ακούει τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επιμέρους τεχνικά θέματα. Αν το Α.Σ.Ε. κρίνει πως οι ανωτέρω υποχρεώσεις του εργοδότη τηρήθηκαν, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης. Σε αντίθετη περίπτωση, το Α.Σ.Ε. παρατείνει τις διαβουλεύσεις των μερών ή τάσσει προθεσμία στον εργοδότη, ώστε εκείνος να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες προς εκπλήρωση των ανωτέρω υποχρεώσεων. Αν το Α.Σ.Ε., με νέα απόφαση, διαπιστώσει πως τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις του εργοδότη, οι απολύσεις ισχύουν είκοσι (20) ημέρες από την έκδοση της απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, οι απολύσεις ισχύουν εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση του πρακτικού διαβούλευσης της παραγράφου 1.
4. Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.».
4. Η περίπτωση 2 της υποπαραγράφου II.Δ του άρθρου 186 του ν.3852/2010 (Α’ 87) καταργείται.
5. Στην παρ. 3 του άρθρου 25 του π.δ.368/1989 (Α’ 163) προστίθεται περίπτωση στ’ ως εξής:
«στ) Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων».
6. Στο άρθρο 25 του π.δ.368/1989 προστίθεται νέα παράγραφος 7Β ως εξής:
«7Β. Το Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων απαρτίζεται από:
α) Τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή του τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας και Ένταξης στην Απασχόληση.
β) Τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Απασχόλησης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του.
γ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
δ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης.
ε) Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
στ) Πέντε (5) εκπροσώπους της Γ.Σ.Ε.Ε. με τους αναπληρωτές τους.
ζ) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Β. με τον αναπληρωτή του.
η) Έναν (1) εκπρόσωπο της Ε.Σ.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του.
θ) Έναν (1) εκπρόσωπο της Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. με τον αναπληρωτή του.
ι) Έναν (1) εκπρόσωπο του Σ.Ε.Τ.Ε. με τον αναπληρωτή του.
ια) Έναν (1) εκπρόσωπο με τον αναπληρωτή του, που υποδεικνύονται από κοινού από τον Σ.Ε.Β., την Ε.Σ.Ε.Ε., τη Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε. και τον Σ.Ε.Τ.Ε.».
7. Στο άρθρο 25 του π.δ.368/1989 προστίθεται νέα παράγραφος 17 ως εξής:
«17. Στην αρμοδιότητα του Τμήματος Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων ανήκει ο έλεγχος σχεδιαζόμενων ομαδικών απολύσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του ν.1387/1983 (Α’ 110).».
Άρθρο 18
Στην παρ. 10 του άρθρου 14 του ν.1264/1982 (Α’ 79) προστίθενται περιπτώσεις ε’ και στ’ ως εξής:
«ε) Όταν ο εργαζόμενος τέλεσε κλοπή ή υπεξαίρεση σε βάρος του εργοδότη ή του εκπροσώπου του.
στ) Όταν ο εργαζόμενος δεν προσέρχεται αδικαιολόγητα στην εργασία του για διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) ημερών.».
Άρθρο 19
Συνδικαλιστικές άδειες
1. Το άρθρο 17 του ν.1264/1982 (Α’ 79) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να διευκολύνει τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων, των Ελεγκτικών Επιτροπών και τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων στις δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Την ίδια υποχρέωση έχει για τα Διοικητικά Συμβούλια, τις Ελεγκτικές Επιτροπές και τους αντιπροσώπους των δευτεροβάθμιων στις τριτοβάθμιες, όπως και για τα Διοικητικά Συμβούλια και τις Ελεγκτικές Επιτροπές των τριτοβάθμιων οργανώσεων.
2. Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να παρέχει άδεια απουσίας:
α) στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πιο αντιπροσωπευτικής τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους,
β) στον Πρόεδρο και στον Γενικό Γραμματέα των Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά οργανώσεις έχουν πάνω από 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους,
γ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν από 1.501 μέχρι 10.000 ψηφίσαντα μέλη, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία του,
δ) στον Πρόεδρο των Εργατικών Κέντρων και των Ομοσπονδιών, εφόσον οι υπαγόμενες σε αυτά πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις έχουν μέχρι 1.500 ψηφίσαντα μέλη, δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα,
ε) στον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα και τον Ταμία των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων δεκαπέντε (15) ημέρες το μήνα,
στ) στα υπόλοιπα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των πιο αντιπροσωπευτικών δευτεροβάθμιων οργανώσεων εννέα (9) ημέρες το μήνα,
ζ) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων πέντε (5) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι 500 και πάνω,
η) στον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων τρεις (3) ημέρες το μήνα, αν τα μέλη της οργάνωσης είναι λιγότερα από 500,
θ) στους αντιπροσώπους στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες οργανώσεις, για όλη τη διάρκεια συνεδρίων που συμμετέχουν,
ι) στα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής και της Γραμματείας της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.
3. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 άδειες απουσίας περιορίζονται σε τριάντα (30) μέρες το χρόνο για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής ή αλλιώς του Προεδρείου των μη αντιπροσωπευτικών τριτοβάθμιων οργανώσεων, καθώς και για τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, δευτεροβάθμια οργάνωση, εφόσον αυτή έχει τόσα ψηφίσαντα μέλη όσα αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ και γ’, και στο 1/3 του αναφερόμενου στις περιπτώσεις δ’, ε’ στ’, ζ’ και η’ χρόνου, προκειμένου για την αμέσως επόμενη, της πιο αντιπροσωπευτικής, οργάνωση για τα αντίστοιχα συνδικαλιστικά στελέχη.
4. Ο χρόνος απουσίας των εργαζομένων κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων θεωρείται χρόνος πραγματικής εργασίας για όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την εργασιακή και ασφαλιστική σχέση. Οι ημέρες απουσίας των εργαζομένων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 2 είναι με αποδοχές, που καταβάλλονται από τον εργοδότη τους. Οι ημέρες απουσίας των εργαζομένων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε’, στ’, ζ’, η’, θ’ και ι’ της παραγράφου 2, καθώς και των εργαζομένων της παραγράφου 3 είναι χωρίς αποδοχές. Στην περίπτωση αυτή οι ασφαλιστικές εισφορές των συνδικαλιστικών στελεχών για το χρόνο της συνδικαλιστικής άδειάς τους καταβάλλονται από την οργάνωσή τους.
5. Για κάθε διαφωνία σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου αποφασίζει, ύστερα από αίτηση της μιας ή της άλλης πλευράς, η Επιτροπή του άρθρου 15.
6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των υπαλλήλων του άρθρου 30. Όπου οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε εργατικά κέντρα καταλαμβάνουν και τα νομαρχιακά τμήματα που υπάγονται στην Α.Δ.Ε.Δ.Υ.».
2. Στο άρθρο 18 του ν.1264/1982 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Το άρθρο αυτό ισχύει τόσο για υπαλλήλους των φορέων του δημοσίου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν.1256/1982 (Α’ 65), όσο και για μισθωτούς που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.».
3. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 6 του ν.2224/1994 (Α’ 112) καταργούνται.
Άρθρο 20
Στο άρθρο 22 του ν.1264/1982 (Α’ 79) προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Με τη διαδικασία της παραγράφου 4 και τηρουμένων των ίδιων ως άνω προθεσμιών εκδικάζονται οι διαφορές που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα σε περίπτωση κήρυξης απεργίας στην επιχείρηση.».
[...]
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ
ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ
ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ,
ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
[...]
Άρθρο 45
Τροποποίηση του άρθρου 19 του ν.4172/2013 (ΚΦΕ)
1. Στο άρθρο 19 του ν.4172/2013 (Α’ 167) προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή και για τις δωρεές που χορηγούνται σε δικαιούχους χρηματοδότησης, σύμφωνα με την περίπτωση ε’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.3023/2002, όπως ισχύει, δηλαδή σε πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων ή υποψηφίους ή αιρετούς αντιπροσώπους της Βουλής των Ελλήνων και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.».
2. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2017 και εφεξής.
ΜΕΡΟΣ Ε’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Άρθρο 46
Τροποποίηση διατάξεων του ν.4469/2017 (Α’ 62)
1. Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν.4469/2017 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα το ακριβές ύψος της απαίτησης, ο συντονιστής προσμετρά στα ποσοστά της απαρτίας και της πλειοψηφίας μέχρι το πέρας της διαδικασίας μόνο το μέρος της απαίτησης που δεν αμφισβητείται, εκτός εάν η απαίτηση προσδιοριστεί σε διαφορετικό ποσό από τον εμπειρογνώμονα κατά την επαλήθευση των αμφισβητούμενων απαιτήσεων. Ο πιστωτής που συνεχίζει να αμφισβητεί το ποσό της απαίτησής του στο τέλος της διαδικασίας δεν εμποδίζεται να επιδιώξει τη δικαστική αναγνώριση του ύψους της».
2. Μετά την περίπτωση δ’ της παρ. 6 του άρθρου 12 του ν.4469/2017 προστίθεται περίπτωση ε’ ως εξής:
«ε) μη συμβαλλόμενοι πιστωτές αμφισβητούν το ποσό της απαίτησής τους, όπως αυτό προσδιορίστηκε από τον οφειλέτη, το συντονιστή ή τον εμπειρογνώμονα, προκύπτει ότι το αμφισβητούμενο μέρος της απαίτησης αντιστοιχεί σε ποσοστό επί του συνόλου των απαιτήσεων κατά του οφειλέτη ικανό να ανατρέψει τη σύναψη της σύμβασης αναδιάρθρωσης οφειλών και αποδεικνύεται ενώπιον του δικαστηρίου η βασιμότητα της αξίωσης του πιστωτή, κατά το αμφισβητούμενο μέρος.».
[...]
Άρθρο 52
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 21 του ν.4469/2017 (Α’ 62), η φράση «στις Ειδικές Υπηρεσίες ΕΣΠΑ του άρθρου 4 του ν.4314/2014 (Α’ 265)» αντικαθίσταται από τη φράση «στις Ειδικές Υπηρεσίες του ν.4314/2014 (Α’ 265) και την Κεντρική Υπηρεσία της ΜΟΔ Α.Ε.».
[...]
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ
Άρθρο 57
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται:
α. η παρ. 3 του άρθρου 27 του ν.3016/2002 (Α’ 110),
β. τα άρθρα 2 και 3 του ν.4051/1960 (Α’ 68),
γ. η περίπτωση α’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ.57/1973 (Α’ 149),
δ. το άρθρο 2 του ν.1545/1985 (Α’ 91).
2. Από 1.1.2018 η αρμοδιότητα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όπως προβλέπεται στην περίπτωση γ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ.57/1973 (Α’ 149), ως προς το σκέλος της χορήγησης οικονομικής ενίσχυσης σε όσους περιέρχονται σε κατάσταση ανάγκης συνεπεία θεομηνίας και λοιπών φυσικών καταστροφών ασκείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
Άρθρο 58
1. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν.4387/2016 προστίθενται εδάφια δεύτερο και τρίτο, ως εξής:
«Από 1.1.2018 και εντεύθεν, τα ως άνω ποσοστά υπολογίζονται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση της δραστηριότητάς τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως εκάστοτε ισχύει, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.».
2. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 40 του ν.4387/2016 προστίθενται εδάφια δεύτερο και τρίτο, ως εξής:
«Από 1.1.2018 και εντεύθεν, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, όπως εκάστοτε ισχύει, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.».
Άρθρο 58α
Η παρ. 10 του άρθρου 1 του ν.2434/1996 (Α’ 188) αντικαθίσταται ως εξής:
«10. Από τον ΛΑΕΚ επιχορηγούνται το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), καθώς και ινστιτούτα και εκπαιδευτικά κέντρα, τα οποία έχουν ιδρυθεί ή θα ιδρυθούν με τη συμμετοχή της ΓΣΕΕ, του ΣΕΒ, της ΓΣΕΒΕΕ, της ΕΣΕΕ, του ΣΕΤΕ. Για τους ανωτέρω φορείς, εκτός του Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π, η επιχορήγηση από τον ΛΑΕΚ μπορεί να ανέρχεται μέχρι ποσοστού δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του συνόλου των ετήσιων εισφορών που εισπράττονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. για λογαριασμό του ΛΑΕΚ, ανεξαρτήτως του βαθμού απόδοσης αυτών στον Ο.Α.Ε.Δ.. Για τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. η επιχορήγηση ανέρχεται στο οκτώ τοις εκατό (8%) επί του εισπραττόμενου από τους λοιπούς φορείς ποσοστού, κατά τα ανωτέρω.
Με σκοπό την ολοσχερή εξόφληση εκτάκτων ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατόπιν υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν.2639/1998 (Α’ 295), σε φορείς της παρούσας παραγράφου, από την επιχορήγησή τους παρακρατείται κατ’ έτος ποσό ίσο με το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) της συνολικής ετήσιας επιχορήγησης που αυτοί λαμβάνουν κατά περίπτωση. Το υπόλοιπο δικαιούμενο ποσό της ετήσιας επιχορήγησης του έτους 2016 αφαιρείται από το συνολικό ποσό οφειλής του κάθε φορέα.».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Άρθρο 59
Τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς
1. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 927 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Αν πρόκειται για κατάσχεση, ορίζει ως υπάλληλο του πλειστηριασμού έναν συμβολαιογράφο της περιφέρειας του τόπου όπου θα γίνει η κατάσχεση και αναφέρεται η τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.».
2. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 943 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο ειρηνοδίκης που δίνει την άδεια ορίζει συνάμα τον τόπο, τον υπάλληλο, την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και την τυχόν διενέργεια αυτού με ηλεκτρονικά μέσα, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 959Α.».
3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 954 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην έκθεση αναφέρονται επίσης οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση με την κατά το άρθρο 927 εντολή, καθώς και την τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.».
4. Η παρ. 2 του άρθρου 955 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου και, στην περίπτωση του άρθρου 956 παρ. 3, και το γραμμάτιο της δημόσιας κατάθεσης, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού και την τυχόν διενέργεια αυτού με ηλεκτρονικά μέσα, σύμφωνα με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.».
5. Η παρ. 1 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται δημόσια ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός διενεργείται είτε κατά τις παραγράφους 2 έως 7 του παρόντος άρθρου είτε με ηλεκτρονικά μέσα κατά το άρθρο 959Α. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων.».
6. Μετά το άρθρο 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 959Α με τίτλο «Πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα, ηλεκτρονικός πλειστηριασμός», ως εξής:
«Άρθρο 959Α
Πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα -
ηλεκτρονικός πλειστηριασμός.
1. Ο πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα - ηλεκτρονικός πλειστηριασμός - διενεργείται από τον πιστοποιημένο, για το σκοπό αυτόν, υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συμβολαιογράφο μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού.
2. Η κυριότητα, διοίκηση και διαχείριση των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού ανήκει, στους κατά τόπους αρμοδίους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους.
3. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού περιέχουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης.
4. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό λαμβάνουν μέρος υποψήφιοι πλειοδότες που έχουν προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμών.
5. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης δηλώνει τη συμμετοχή του σε συγκεκριμένο πλειστηριασμό, σύμφωνα με τους όρους αυτού, αφού έχει καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965, το τέλος χρήσης των συστημάτων, και έχει υποβάλλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003, μέχρι ώρα 15:00 δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού. Η κατάθεση της εγγύησης και του τέλους χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών και του πλειστηριάσματος γίνεται αποκλειστικά σε ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό που θα διατηρείται σε Ελληνικό Τραπεζικό Ίδρυμα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κάθε υποψήφιος πλειοδότης διορίζει με ηλεκτρονική δήλωση αντίκλητο που κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης μέχρι ώρα 15:00 δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, διαφορετικά αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης.
6. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού μετά το πέρας της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου ελέγχει τα υποβαλλόμενα αρχεία διαπιστώνει με πράξη του μέχρι ώρα 17.00 της προηγούμενης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ημέρας την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους και υποβάλλει στα ηλεκτρονικά συστήματα πλειστηριασμού κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών που δικαιούνται να λάβουν μέρος.
7. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται με επιμέλεια του συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που ορίστηκε αρχικά και στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων ειρηνοδικείων, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός διενεργείται, κατ’ επιλογή του επισπεύδοντος, στην περιφέρεια οποιουδήποτε εκ των άνω ειρηνοδικείων. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που αναφύονται από τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού είναι το δικαστήριο της έδρας του συμβολαιογράφου.
8. Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί διενεργούνται ημέρα Τετάρτη ή Πέμπτη ή Παρασκευή, από τις 10:00 π.μ. έως τις 14.00 ή από τις 14.00 έως τις 18:00. Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ήτοι από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59 ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59 δίδεται αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση πέντε (5) λεπτών, εφόσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των δύο (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών.
Ηλεκτρονικός πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1η Αυγούστου έως 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.
9. Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές. Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως το χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες κατά τα ανωτέρω προσφορές.
10. Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της, καθώς και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ο υποψήφιος πλειοδότης ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.
11. Όλοι οι υποψήφιοι πλειοδότες που λαμβάνουν μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμέσως από τα συστήματα για τυχόν αναστολή, ματαίωση ή διακοπή του πλειστηριασμού, καθώς και για το λόγο αυτής.
12. Μετά τη λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού συντάσσει την έκθεση της παρ. 2 του άρθρου 965, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον πλειοδότη.
13. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό κινητών, ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα το αργότερο την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. Η παράδοση του πράγματος στον υπερθεματιστή δεν μπορεί να γίνει πριν από την καταβολή του πλειστηριάσματος. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Οι ειδικότεροι όροι της τήρησης των επαγγελματικών τραπεζικών λογαριασμών των υπαλλήλων των πλειστηριασμών ορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης. Μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού ορίζει τον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο γίνονται οι καταθέσεις.
14. Στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό ακινήτων ο υπερθεματιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού το πλειστηρίασμα το αργότερο τη δέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού οφείλει, το αργότερο τη δωδέκατη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
15. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι λειτουργίας των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμού, οι λεπτομέρειες υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών, η διαδικασία πιστοποίησης και εγγραφής χρηστών στα συστήματα, ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης τέλους χρήσης των συστημάτων και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διενέργεια των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών.».
7. Το άρθρο 964 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αν είναι παρών, ορίζει τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα. Όταν ο πλειστηριασμός διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ορίζει εγγράφως, εφόσον το επιθυμεί, προς τον υπάλληλο του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού τη σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται τα κατασχεμένα πράγματα το αργότερο δύο (2) ημέρες πριν τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού δύναται να ορίσει ο ίδιος σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποιήσεως του καθ’ ου η εκτέλεση την σειρά κατακύρωσης. Ο υπάλληλος του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ενημερώνει τα ηλεκτρονικά συστήματα για τη σειρά κατακύρωσης των κατασχεμένων πραγμάτων. Από τη στιγμή που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης, λήγει ο πλειστηριασμός των κατασχεμένων πραγμάτων.».
8. Στην παρ. 1 του άρθρου 966 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία ο πλειστηριασμός διενεργείται με ηλεκτρονικά μέσα.».
9. Η παρ. 4 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού και την τυχόν διενέργεια του με ηλεκτρονικά μέσα, που τυχόν θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.».
10. Μετά το άρθρο 998 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 998A ως εξής:
«Κατά τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού ακινήτου, τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται στο δεύτερο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 959 και στις διατάξεις του άρθρου 959Α.».
11. Το άρθρο 1021 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
«Όταν σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με συμφωνία των μερών γίνεται εκούσιος πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου, η διαδικασία αρχίζει με έκθεση περιγραφής, η οποία συντάσσεται από δικαστικό επιμελητή και περιέχει όσα ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 955, αν πρόκειται για κινητό, ή του άρθρου 995, αν πρόκειται για ακίνητο. Ο εκούσιος πλειστηριασμός πραγματοποιείται είτε με τη διαδικασία του άρθρου 959 είτε με τη διαδικασία του άρθρου 959Α. Περαιτέρω, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 954 παράγραφος 4, 955 παράγραφοι 1 και 2 εδάφιο β’, 965, 966, 967, 969 παράγραφος 1, 995 παράγραφος 4 εδάφιο β’, 1002, 1003 παράγραφοι 1, 2 και 4, 1004, 1005 παράγραφοι 1 και 2 και 1010. Ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο. Σε περίπτωση διενέργειας εκούσιου πλειστηριασμού με τη διαδικασία του άρθρου 959, με συμφωνία των μερών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το πράγμα ή το ακίνητο, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού.».
Άρθρο 60
Μεταβατικές διατάξεις
για ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς
1. Το άρθρο 959Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την έναρξη ισχύος του.
2. Αν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει ήδη συντελεστεί η προδικασία του πλειστηριασμού και έχει οριστεί ημερομηνία πλειστηριασμού, ο επισπεύδων μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια του πλειστηριασμού με ηλεκτρονικά μέσα. Η γνωστοποίηση της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού γίνεται με εντολή του επισπεύδοντος, κατ’ άρθρο 927, στην οποία γίνεται μνεία της κατασχετήριας έκθεσης. Ο δικαστικός επιμελητής επαναλαμβάνει την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τα άρθρα 955 και 995 μόνο ως προς τις επιδόσεις και δημοσιεύσεις της επιταγής προς εκτέλεση της γνωστοποίησης της μεταβολής του τρόπου και του χρόνου διενέργειας του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση που η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016, όλες οι επιδόσεις και οι δημοσιεύσεις πρέπει να έχουν γίνει το αργότερο δύο(2) μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής του πλειστηριασμού. Αν έχουν επιβληθεί περισσότερες κατασχέσεις ή έχουν κατατεθεί αναγγελίες, ο επισπεύδων δανειστής οφείλει να γνωστοποιήσει ότι επιλέγει τη διενέργεια του πλειστηριασμού κατά το άρθρο 959Α και στους λοιπούς κατασχόντες ή απλώς αναγγελθέντες δανειστές. Ο ως άνω πλειστηριασμός με ηλεκτρονικά μέσα είναι άκυρος, αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων.
3. Αν έχει ήδη ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή εκκρεμεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ή η αίτηση αναστολής του πλειστηριασμού και η εφαρμογή του άρθρου 1000, δεν είναι δυνατή η μεταβολή του τρόπου διενέργειας του πλειστηριασμού και η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 959Α. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έχει διενεργηθεί μετά την 1.1.2016.
4. Οι διατάξεις του άρθρου 959Α δύναται να εφαρμοστούν σε περίπτωση υποκατάστασης κατά το άρθρο 973 ή ορισμού νέας ημερομηνίας πλειστηριασμού, κατά το άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4, μετά την ακύρωση της εκτέλεσης, την ευδοκίμηση της κατά το άρθρο 954 παράγραφος 4 ανακοπής ή της αίτησης αναστολής του άρθρου 1000, καθώς και στον αναπλειστηριασμό κατά το άρθρο 965 παράγραφος 5.
5. Οι διατάξεις του άρθρου 959Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται υποχρεωτικά και για τους αναφερόμενους στο άρθρο 54 του ν.δ.356 της 27.3/5.4.1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (A’ 90) πλειστηριασμούς.
6. Οι παράγραφοι 8 έως και 14 του άρθρου 959Α τίθενται σε ισχύ από την 31η Ιουλίου 2017.
Άρθρο 61
Ρυθμίσεις σχετικά με τη λειτουργία της
Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών
1. Το άρθρο 348 του ν.4412/2016 (Α’ 147) τροποποιείται ως εξής:
α) Η παράγραφος 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ο Πρόεδρος έχει την ιδιότητα του συνταξιούχου δικαστικού λειτουργού του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή των Διοικητικών Εφετείων από το βαθμό του Προέδρου Εφετών και άνω ή συνταξιούχου λειτουργού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με εμπειρία στο δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.».
β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«Ως μέλη επιλέγονται νομικοί που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του π.δ.50/2001 (Α’ 39). Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, ως γνωστικό αντικείμενο κατά το άρθρο 2 του π.δ.50/2001 λογίζεται το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων.».
γ) Η παράγραφος 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για την επιλογή του Προέδρου δημοσιεύεται, εντός ενός (1) μηνός από την έναρξη ισχύος του παρόντος, από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δημόσια πρόσκληση υποβολής αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος (υποψηφιότητας) από τους ενδιαφερόμενους. Οι αιτήσεις υποβάλλονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, μαζί με τα δικαιολογητικά που ορίζονται σε αυτή. Η διαδικασία της προκήρυξης επαναλαμβάνεται τρείς (3) μήνες πριν από τη λήξη κάθε θητείας.
Ο Πρόεδρος επιλέγεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, διορίζεται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή έκπτωσης ή με άλλο τρόπο αποχώρησης του Προέδρου πριν από τη λήξη της θητείας του, εκδίδεται νέα δημόσια πρόσκληση υποβολής αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος και ακολουθείται η διαδικασία επιλογής της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου εδαφίου και μέχρι το διορισμό του νέου Προέδρου, καθήκοντα Προέδρου ασκεί το αρχαιότερο μέλος.».
2. Στην παρ. 2 του άρθρου 350 του ν.4412/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δύναται να εκδίδει τις απαραίτητες για τη στελέχωση και τον εξοπλισμό της ΑΕΠΠ πράξεις, καθώς και κάθε άλλη πράξη που είναι αναγκαία για τη λειτουργία της, μέχρι τη συγκρότησή της.».
3. Η περίπτωση στ’ του άρθρου 356 του ν.4412/2016 καταργείται.
Άρθρο 62
Τροποποιήσεις του Ένατου Κεφαλαίου
του Πτωχευτικού Κώδικα (ν.3588/2007, Α’ 153)
1. Τα άρθρα 162 και 163 του Ένατου Κεφαλαίου του Πτωχευτικού Κώδικα αντικαθίστανται ως εξής:
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΤΩΧΕΥΣΕΩΝ
ΜΙΚΡΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
Άρθρο 162
Προϋποθέσεις υπαγωγής
1. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται επί φυσικών ή νομικών προσώπων με πτωχευτική ικανότητα κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 2, εφόσον πληρούν δύο από τα τρία ακόλουθα κριτήρια: α) σύνολο ενεργητικού έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, β) καθαρό ύψος κύκλου εργασιών έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ, γ) μέσος όρος απασχολουμένων έως πέντε (5) άτομα. Εάν η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από πιστωτή, τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες από τις τελευταίες πριν από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης νομίμως δημοσιευμένες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις ή από τα βιβλία της επιχείρησης. Για τις προσωπικές εταιρίες και τις ενώσεις προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό και τα φυσικά πρόσωπα, τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτουν από τα βιβλία της επιχείρησης ή από κάθε πρόσφορο μέσο. Εάν η αίτηση πτώχευσης υποβάλλεται από τον οφειλέτη, τα ανωτέρω στοιχεία δύνανται να προκύπτουν και από τα έγγραφα που προβλέπονται στην παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος και προσκομίζονται από αυτόν.
2. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, το πτωχευτικό δικαστήριο με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ορίζει ότι ακολουθείται η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου. Στην πιο πάνω περίπτωση, εάν μετά την περάτωση της απογραφής διαπιστώνεται ότι ο οφειλέτης δεν πληροί τις προϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, διατάσσει την εφαρμογή της διαδικασίας των λοιπών κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα. Αντίγραφο της ως άνω απόφασης κοινοποιείται υποχρεωτικά στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει.
3. Εφόσον, μετά την περάτωση της απογραφής της πτωχευτικής περιουσίας, διαπιστώνεται ότι ο οφειλέτης πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1, ο εισηγητής, μετά την κατά το άρθρο 69 ενημέρωσή του από τον σύνδικο, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ορίζει ότι ακολουθείται η διαδικασία του παρόντος Κεφαλαίου. Αντίγραφο της ως άνω διάταξης κοινοποιείται υποχρεωτικά στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 62 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., όπως ισχύει.
4. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται επί της απλοποιημένης διαδικασίας πτώχευσης οι διατάξεις των άλλων κεφαλαίων του παρόντος Κώδικα, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στο παρόν Κεφάλαιο.
Άρθρο 163
Διαδικαστικές παρεκκλίσεις
1. Οι αναγγελίες και επαληθεύσεις γίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 89 έως 93, αποκλειομένης της εφαρμογής του άρθρου 92. Ο εισηγητής, αφού ακούσει τους ενδιαφερομένους, αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του για κάθε αμφισβήτηση απαίτησης κατά την επαλήθευση, για κάθε αντίρρηση που θα προβληθεί και για τις αιτήσεις εκπρόθεσμης επαλήθευσης απαιτήσεων, για τις ανακοπές κατά της εκτελεστικής διαδικασίας, καθώς και για τις ανακοπές κατά του πίνακα κατάταξης των πιστωτών. Κατά της πράξης αυτής του εισηγητή επιτρέπεται εντός δέκα (10) ημερών προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, το οποίο αποφαίνεται αμετάκλητα.
2. Αν ο εισηγητής έκανε δεκτό το πίστωμα, εφόσον ασκήθηκε εμπροθέσμως προσφυγή ή αντιρρήσεις κατά της πράξης του αυτής, μέχρι να αποφανθεί το πτωχευτικό δικαστήριο, ο πιστωτής έχει το δικαίωμα να παρίσταται στις συνελεύσεις, για δε το πίστωμά του παρακρατείται ανάλογο ποσό σε κάθε διανομή ενεργητικού.
3. Οι αρμοδιότητες του πτωχευτικού δικαστηρίου, που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 18, στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 και στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, ασκούνται από τον εισηγητή.
4. Η εκποίηση πραγμάτων κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 67 πραγματοποιείται από τον σύνδικο χωρίς την άδεια του εισηγητή.
5. Το άρθρο 75 δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου. Σε περίπτωση που απαιτείται η εκπροσώπηση και παράσταση ενώπιον δικαστηρίου, ο σύνδικος δύναται να αναθέτει τη σχετική εντολή σε δικηγόρο, μετά από σύμφωνη γνώμη του εισηγητή, ο οποίος καθορίζει και την αμοιβή του, κατ’ εύλογη κρίση, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή στο πτωχευτικό δικαστήριο.
6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 78 δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου.».
2. Στο Ένατο Κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα, μετά το άρθρο 163, προστίθενται νέα άρθρα 163α, 163β και 163γ, ως εξής:
«Άρθρο 163α
Εκποίηση κινητών
1. Μέχρι την ένωση των πιστωτών, η εκποίηση των κινητών και των εμπορευμάτων της περιουσίας του οφειλέτη γίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 67, 77 και 84 του παρόντος Κώδικα. Στην περίπτωση της εκποίησης κατά τη διάταξη του άρθρου 77, περίληψη της άδειας εκποίησης με το αναφερόμενο περιεχόμενο δημοσιεύεται με τον τρόπο και τα μέσα που ορίζει ο εισηγητής.
2. Μετά την ένωση των πιστωτών, εάν δεν έχουν εκποιηθεί όλα τα κινητά και τα εμπορεύματα της περιουσίας του οφειλέτη κατά τις προηγούμενες διατάξεις, αυτά που έχουν απομείνει εκποιούνται κατά τη διαδικασία του άρθρου 77, χωρίς την τήρηση της διατύπωσης της παρ. 2 του άρθρου αυτού. Η άδεια του εισηγητή κοινοποιείται στους πιστωτές που τυχόν έχουν εμπράγματη ασφάλεια επί των εκποιούμενων στοιχείων.
Άρθρο 163β
Εκποίηση ακινήτων
1. Ως προς τα ζητήματα της κίνησης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, της διαδικασίας της διακήρυξης, καθώς και των προσφορών για την εκποίηση των ακινήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 147, 148 και 149 αντίστοιχα του παρόντος Κώδικα.
2. Εάν η διαδικασία του πλειστηριασμού αποβεί άκαρπη, γιατί δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες ή γιατί ο εισηγητής έκρινε μη συμφέρουσα την τιμή και δεν ενέκρινε την εκποίηση, ο πλειστηριασμός επαναλαμβάνεται σε ημερομηνία απέχουσα δύο (2) εβδομάδες από τον προηγούμενο. Εάν και η νέα διαδικασία αποβεί άκαρπη, ο εισηγητής, ύστερα από αίτηση του συνδίκου, με αιτιολογημένη διάταξή του, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, υποχρεούται να μεταρρυθμίσει την κατά το άρθρο 148 διάταξή του και να θέσει όρους για τη διευκόλυνση της εκποίησης του ακινήτου, η οποία θα διεξαχθεί υποχρεωτικά χωρίς τις διατυπώσεις του δημοσίου πλειστηριασμού με ελεύθερη εκποίηση του ακινήτου και με το οριζόμενο ελάχιστο τίμημα. Πριν από την έκδοση της ως άνω διάταξης, όποιος δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να καταθέσει στον εισηγητή έγγραφο υπόμνημα, να επικαλεστεί και να προσκομίσει σχετικά έγγραφα.
3. Ο εισηγητής αποφαίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης του συνδίκου και μεταρρυθμίζει τη διάταξη. Αμέσως μετά την έκδοση της διάταξης, ο εισηγητής συντάσσει νέα έκθεση κατά το άρθρο 148 παρ. 2 και ο σύνδικος συντάσσει νέα διακήρυξη, την οποία προσαρμόζει στη νέα διάταξη.
Άρθρο163γ
Περάτωση της απλοποιημένης διαδικασίας
1. Η απλοποιημένη διαδικασία περατώνεται με τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 164, με εξαίρεση τον τρόπο περάτωσης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 166.
2. Μετά την παρέλευση τριετίας από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας, ο σύνδικος υποχρεούται να υποβάλει στον εισηγητή έκθεση, στην οποία εξηγεί τους λόγους καθυστέρησης της διαδικασίας. Σε περίπτωση που η καθυστέρηση κρίνεται από τον εισηγητή αδικαιολόγητη, ο εισηγητής τον αντικαθιστά με πράξη του.
3. Μετά παρέλευση τεσσάρων (4) ετών από την έναρξη της ένωσης των πιστωτών, και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση έξι (6) ετών από την κήρυξη της απλοποιημένης διαδικασίας πτώχευσης, επέρχονται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση τα αποτελέσματα της παρ. 2 του άρθρου 166.».
3. Οι διατάξεις περί απλοποιημένης διαδικασίας πτωχεύσεων μικρών επιχειρήσεων εφαρμόζονται σε όλες τις πτωχεύσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Άρθρο 63
Ρύθμιση θεμάτων σχετικών με την αρμοδιότητα
του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.
1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 (Α’ 179) αντικαθίσταται ως εξής:
«Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος ορίζεται με τον αναπληρωτή του, εισαγγελικός λειτουργός με βαθμό εισαγγελέα εφετών ή αντεισαγγελέα εφετών, από εκείνους που υπηρετούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών.».
2. Η παρ. 3 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. O Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος έχει ως αρμοδιότητα τη διενέργεια ερευνών, προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης για την εξακρίβωση τελέσεως κάθε είδους φορολογικών και οικονομικών εγκλημάτων και οποιωνδήποτε άλλων συναφών, εφόσον αυτά διαπράττονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Η κατά τόπο αρμοδιότητα του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος επεκτείνεται σε όλη την Επικράτεια. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, για την άσκηση των καθηκόντων του, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος έχει την εποπτεία, καθοδήγηση και το συντονισμό των ενεργειών των γενικών κατά το άρθρο 33 παράγραφος 1 περίπτωση α’ του Κ.Π.Δ. και ειδικών προανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) και της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, εντός των σχετικών αρμοδιοτήτων τους.».
3. Στο τέλος της παρ. 4 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«προτάσσοντας εκείνες τις υποθέσεις που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».
4. Η παρ. 5 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«5.α) Για τη διερεύνηση των υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητά του ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος, ο αναπληρωτής αυτού και οι εισαγγελικοί λειτουργοί που τον συνεπικουρούν μπορούν να παραγγέλλουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης αποκλειστικά από τους κατά την παράγραφο 3 γενικούς ή ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους. Ειδικά, για τους υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε. η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης παραγγέλλεται αποκλειστικά και μόνο στους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και μόνο για υποθέσεις που εμπίπτουν στις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες. Οι λοιποί υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που έχουν προανακριτικά καθήκοντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μόνο μετά από αίτημα της ελεγκτικής υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε. στην οποία ανήκουν προς τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος. Κατ’ εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, οι υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που αναφέρονται σε αυτό διενεργούν προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, για υποθέσεις για τις οποίες έχει εκδοθεί και διαβιβαστεί στην Α.Α.Δ.Ε. μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, εισαγγελική παραγγελία και έχουν προτεραιοποιηθεί ή πρόκειται να προτεραιοποιηθούν έως τις 31.7.2017.
β) Με την επιφύλαξη της περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και οι λοιποί Εισαγγελείς δεν παραγγέλλουν στις Υπηρεσίες και το προσωπικό της Α.Α.Δ.Ε. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, ούτε διαβιβάζουν με οποιαδήποτε διαδικασία εντολές ή αιτήματα διενέργειας φορολογικών ελέγχων. Η εκτέλεση των ανωτέρω εισαγγελικών παραγγελιών ανατίθεται σε Υπηρεσία εκτός της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, που εποπτεύονται από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος και με αρμοδιότητα την έρευνα τέλεσης εγκλημάτων φοροδιαφυγής ή λοιπών οικονομικών αδικημάτων. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν από την 1η Αυγούστου 2017.».
5. Η παρ. 7 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Με σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που έχει ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος και ο αναπληρωτής αυτού μπορούν να παραγγέλλουν τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, χωρίς να στερούνται τις αρμοδιότητες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, μετά το πέρας της οποίας ενημερώνονται εγγράφως για την πορεία της.».
6. Η παρ. 8 του άρθρου 17Α του ν.2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί της παραγράφου 1 έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που αφορά ή είναι χρήσιμο για τις υποθέσεις τις οποίες ερευνούν, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου είδους απορρήτου και σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με ισχύοντες κανόνες ιχνηλασιμότητας. Επίσης, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων, ακινήτων και κινητών, προς το σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, σε περίπτωση διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης για την εξακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου για χρονικό διάστημα μέχρι ένα (1) έτος που μπορεί να παρατείνεται είτε με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από τον Οικονομικό Εισαγγελέα ή τον αναπληρωτή του, είτε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από Εισαγγελικό λειτουργό που συνεπικουρεί τον Οικονομικό Εισαγγελέα, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης. Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ’ ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης προς τον οργανισμό ή την υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται. Ως χρονική στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας παραγράφου προς τους αρμόδιους οργανισμούς και υπηρεσίες λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά, η διάταξη στην Ελληνική Ένωση Τραπεζών, την Ένωση Συνεταιριστικών Τραπεζών και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Με τον ίδιο τρόπο η διάταξη γνωστοποιείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέτρα διασφάλισης. Η διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ’ ου ή στον τρίτο, οι οποίοι δύνανται να προσφύγουν και να ζητήσουν την άρση της με αίτησή τους είτε προς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από τον Οικονομικό Εισαγγελέα ή τον αναπληρωτή του, είτε προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, εάν η διάταξη έχει εκδοθεί από εισαγγελικό λειτουργό που συνεπικουρεί τον Οικονομικό Εισαγγελέα, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται ή τροποποιείται αντίστοιχα, εάν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης: i) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από τον Οικονομικό Εισαγγελέα άσκηση ποινικής δίωξης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Π.Δ. και ii) στην περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν θίγουν τυχόν διασφαλιστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τη φορολογική διοίκηση, ούτε εμποδίζουν την τελευταία να λάβει τέτοια μέτρα. Με τη σύμφωνη γνώμη του εποπτεύοντος, κατά την παράγραφο 2, Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας Οικονομικού Εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει την έκδοση της διάταξης του παρόντος άρθρου και προς τον κατά τόπο αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει τη διάταξη σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Στην περίπτωση έκδοσης διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών σύμφωνα με τα δύο προηγούμενα εδάφια, το κατά τόπο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών είναι αρμόδιο και για την έκδοση βουλεύματος, με το οποίο δύναται να παραταθεί η διάρκεια της δέσμευσης, σε περίπτωση δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης.».
Άρθρο 64
Γνωστοποίηση παραβάσεων
φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας
από τις εισαγγελικές αρχές προς την
Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων
Ο αρμόδιος Εισαγγελέας δύναται να γνωστοποιεί εγγράφως στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) πιθανολογούμενες παραβάσεις της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, διαβιβάζοντας έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που περιέρχονται στη διάθεσή του, τα οποία μπορούν να αξιοποιούνται από την ως άνω Αρχή στο σύστημα ανάλυσης κινδύνου της, στο πλαίσιο του φορολογικού ή τελωνειακού ελέγχου, όταν κρίνεται σκόπιμο από αυτήν, σύμφωνα με τις εκάστοτε κείμενες διατάξεις. Η γνωστοποίηση του προηγουμένου εδαφίου δεν επέχει θέση εισαγγελικής παραγγελίας για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης σύμφωνα με τον ΚΠΔ, ούτε δεσμεύει την Α.Α.Δ.Ε. για διενέργεια ελέγχου. Επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και σε περίπτωση θέσης της υπόθεσης στο αρχείο κατ’ άρθρο 43 ΚΠΔ ή περάτωσής της καθ’ οιονδήποτε τρόπο. Ο Εισαγγελέας δεν προβαίνει σε γνωστοποίηση, εάν κρίνει ότι αυτή δυσχεραίνει ουσιωδώς την έρευνα για την τέλεση ποινικού αδικήματος.
Άρθρο 65
Ευθύνη των εκπροσώπων του Δημοσίου
και των πιστωτικών ιδρυμάτων από πράξεις
αναδιάρθρωσης δανείων ή άλλων οφειλών
1. Όσοι από το νόμο ή από δικαιοπραξία έχουν την επιμέλεια ή τη με οποιονδήποτε τρόπο διαχείριση δημόσιας περιουσίας ή περιουσίας οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή περιουσίας νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) δεν υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις, τις οποίες τελούν για την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής δανείων, οφειλών ή χρεών, κατά τα οριζόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα ή στο ν.4469/2017 (Α’ 62) ή στους νόμους που διέπουν τη λειτουργία τους, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με τους προβλεπόμενους στους ανωτέρω νόμους και τις σχετικές εγκυκλίους, κανόνες και διαδικασίες, τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά των νομικών προσώπων που εκπροσωπούν και συντρέχουν σωρευτικά, όπου προσήκει, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι πράξεις ή παραλείψεις τελούνται με σκοπό είτε τη ρύθμιση των οφειλών για την είσπραξη τουλάχιστον μέρους της απαίτησης είτε, αν πρόκειται για οφειλές επιχειρήσεων, τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης με βάση συμφωνία εξυγίανσης ή σχέδιο αναδιοργάνωσης, με το οποίο αποβλέπουν στην εξασφάλιση είσπραξης τουλάχιστον μέρους της απαίτησης,
β) δεν οδηγούν σε χειροτέρευση της πραγματικής οικονομικής θέσης του νομικού προσώπου του δανειστή, από αυτή στην οποία θα επερχόταν, αν ο οφειλέτης, η οφειλή του οποίου αναδιαρθρώνεται ή διαγράφεται, ετίθετο άμεσα σε εκκαθάριση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.
2. Για πράξεις ή παραλείψεις της προηγούμενης παραγράφου, ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση του Γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης. Στην αίτηση πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι οι ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις τελέστηκαν κατά παράβαση των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου.
3. Όσοι από το νόμο ή από δικαιοπραξία έχουν την επιμέλεια ή με τη οποιονδήποτε τρόπο διαχείριση περιουσίας πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη) δεν υπέχουν ποινική και αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις τις οποίες τελούν για την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής δανείων, οφειλών ή χρεών, κατά τα οριζόμενα στον Πτωχευτικό Κώδικα ή στο ν.4469/2017 (Α’ 62) ή στο ν.3869/2010 (Α’ 130) ή στο πλαίσιο της ειδικής εκκαθάρισης των άρθρων 145 επ. του ν.4261/2014 (Α’ 107) ή στα άρθρα 2 και 3 του ν.4354/2015 (Α’ 176), εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με τους προβλεπόμενους στους ανωτέρω νόμους και τις σχετικές εγκυκλίους, κανόνες και διαδικασίες, τα οριζόμενα στους εσωτερικούς κανονισμούς και τα καταστατικά των νομικών προσώπων που εκπροσωπούν και τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία τους και συντρέχουν σωρευτικά, όπου προσήκει, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) οι πράξεις ή παραλείψεις τελούνται με σκοπό είτε την είσπραξη μέρους τουλάχιστον της απαίτησης είτε, αν πρόκειται για επιχειρηματικά δάνεια, τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχείρησης με βάση συμφωνία εξυγίανσης ή σχέδιο αναδιοργάνωσης και διάσωσης, με το οποίο αποβλέπουν στην εξασφάλιση είσπραξης τουλάχιστον μέρους της απαίτησης,
β) κατά την εξυπηρέτηση της αναδιάρθρωσης ή διαγραφής των δανείων, οφειλών ή χρεών δεν παραβιάζονται οι σχετικές κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος για τη διαχείριση οφειλών σε καθυστέρηση και τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν, και τηρούνται οι κανόνες που προβλέπονται στην εγκεκριμένη πολιτική αναδιαρθρώσεων των ως άνω ιδρυμάτων,
γ) υφίστανται αποφάσεις των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων του πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή της Επιτροπής Ειδικών Εκκαθαρίσεων προκειμένου για ειδικούς εκκαθαριστές,
δ) δεν οδηγούν σε χειροτέρευση της πραγματικής οικονομικής θέσης του νομικού προσώπου του δανειστή, από αυτή στην οποία θα επερχόταν, αν ο οφειλέτης, η οφειλή του οποίου αναδιαρθρώνεται ή διαγράφεται, ετίθετο άμεσα σε εκκαθάριση ή ρευστοποίηση του ενεργητικού του σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του.
Τα ανωτέρω ισχύουν και για την αναδιάρθρωση ή διαγραφή δανείων, οφειλών ή χρεών από διμερείς συμφωνίες μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και οφειλέτη, που αποβλέπουν στην εφαρμογή της εσωτερικής εγκεκριμένης πολιτικής διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων, είτε επιχειρήσεων είτε ιδιωτών στο πλαίσιο εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας (απόφαση 195/1/29.7.2016, Β’ 2376).
4. Για πράξεις ή παραλείψεις της προηγούμενης παραγράφου ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση τριμελούς Επιτροπής από δικαστές που φέρουν τον βαθμό του Εφέτη και υπηρετούν στο Εφετείο Αθηνών, οι οποίοι ορίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Στην Επιτροπή προεδρεύει ο αρχαιότερος Εφέτης και οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ορίζει τα ανωτέρω πρόσωπα, καθώς και τους αναπληρωτές τους εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος, που ορίζεται με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος, συντάσσει ειδική και εμπεριστατωμένη γνώμη, την οποία υποχρεούται να υποβάλλει στην ανωτέρω Επιτροπή εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών σχετικά με την παράβαση ή μη των όρων που προβλέπονται στις περιπτώσεις β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου. Η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αρχίζει από την επομένη της υποβολής του αντίστοιχου αιτήματος της ανωτέρω Επιτροπής προς την Τράπεζα της Ελλάδος. Η Επιτροπή αναζητά, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, συμπληρωματικά στοιχεία από οποιαδήποτε υπηρεσία ή τρίτο, ιδίως από ειδικευμένο εμπειρογνώμονα. Στην αίτηση της Επιτροπής προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα πρέπει να τεκμηριώνεται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι οι ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις τελέστηκαν κατά παράβαση των αναφερόμενων στην προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων συγκροτείται η Επιτροπή και τοποθετούνται τα μέλη της και οι αναπληρωτές τους για θητεία ενός (1) έτους, η οποία μπορεί να ανανεώνεται άπαξ για ένα (1) έτος. Τα μέλη της Επιτροπής ασκούν τα ανωτέρω καθήκοντα παράλληλα με τα κύρια δικαστικά τους καθήκοντα. Με την ίδια απόφαση ορίζονται υπάλληλοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατηγορίας ΠΕ ως Γραμματείς της Επιτροπής.
5. Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης και η Επιτροπή της παραγράφου 4 υποχρεούνται, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την παραλαβή της καταγγελίας, να υποβάλλουν στον αρμόδιο εισαγγελέα την αίτηση των παραγράφων 2 και 4 ή να κοινοποιήσουν την απόφαση περί μη υποβολής της.
6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται μόνο σε πράξεις ή παραλείψεις σχετικές με αναδιαρθρώσεις ή διαγραφές δανείων, οφειλών και χρεών που τελούνται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
[...]
Άρθρο 68
Τροποποιήσεις των άρθρων 81 και 83 του
ν.2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»
1. Ο τίτλος του άρθρου 81 του ν.2960/2001 (Α’ 265) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης».
2. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 81 του ν.2960/2001 καταργούνται.
3. Ο τίτλος του άρθρου 83 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«Απαλλαγές από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης».
4. Η παρ. 2 του άρθρου 83 του ν.2960/2001 καταργείται.
5. Η παρ. 4 του άρθρου 83 του ν.2960/2001 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι ποσότητες, οι όροι και οι διατυπώσεις των απαλλαγών από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης αιθυλικής αλκοόλης των παραγράφων 1 και 3, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.».
6. Οι υπουργικές αποφάσεις Φ.811/337/2008, Φ.812/338/2008 (Β’ 1380) και Φ.230/111/2008 (Β’ 334) καταργούνται. Καταργείται επίσης, κάθε άλλη υπουργική απόφαση ή διάταξη υπουργικής απόφασης, κατά το μέρος που αφορά στην ισοπροπυλική αλκοόλη και εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 81 και της παρ. 4 του άρθρου 83 του ν.2960/2001, καθώς και των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 27 του ν.2127/1993 (Α’ 48).
Άρθρο 69
1. Το άρθρο 18 του ν.4172/2013 (Α’ 167) καταργείται.
2. Η παρ. 3 του άρθρου 60 του ν.4172/2013 καταργείται.
3. Οι παράγραφοι 4, 5, 6, 7 του άρθρου 60 του ν.4172/2013 αναριθμούνται σε 3, 4, 5, 6 αντίστοιχα.
4. Η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου ισχύει για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2017 και εφεξής και η παράγραφος 2 ισχύει για παρακρατήσεις σε εισοδήματα που αποκτώνται κατά τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1.1.2018 και εφεξής.
Άρθρο 70
1. Το Παράρτημα III του ν.2859/2000 (Α’ 248) αντικαθίσταται ως εξής:
«Α. ΑΓΑΘΑ
Οι δασμολογικές κλάσεις του Παραρτήματος αυτού τέθηκαν όπως αυτές αναφέρονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία του έτους 2017 (Κανονισμός (ΕΕ) αριθμ. 2016/1821 της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2016, ΕΕ L 294/2016).
1. Άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια κάθε είδους, βοοειδή, χοιροειδή, προβατοειδή και αιγοειδή, ζωντανά. Εξαιρούνται τα άλογα ιπποδρομιών (Δ.Κ. ΕΧ 0101, 0102, 0103 και 0104).
2. Πετεινοί, κότες, πάπιες, χήνες, γάλοι, γαλοπούλες και φραγκόκοτες, ζωντανά, που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή (Δ.Κ. EX0105).
3. Κουνέλια, περιστέρια, ορτύκια, φασιανοί, πέρδικες, λαγοί και λοιπά ζώα και πτηνά, ζωντανά, που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή. Ζώα που εκτρέφονται για τη γουνοποιία. Μέλισσες. Ακάρεα (έντομα που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες αντί εντομοκτόνων) (Δ.Κ. ΕΧ 0106).
4. Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγείων, βρώσιμα, (Δ.Κ. 0201, 0202, 0203, 0204, 0205, 0206, 0207, 0208, 0209, 0210). Παρασκευάσματα κρεάτων (Δ.Κ. 1601, 1602, ΕΧ 1603).
5. Ψάρια, φιλέτα και άλλη σάρκα ψαριών, καλαμάρια, χταπόδια και σουπιές, νωπά, διατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα ή επεξεργασμένα. Εξαιρούνται τα συκώτια, αυγά, σπέρματα, πτερύγια, κεφάλια, ουρές, νηκτικές κύστες και άλλα βρώσιμα εντόσθια ψαριών (Δ.Κ. ΕΧ 0302, ΕΧ 0303, ΕΧ 0304, ΕΧ 0307).
6. Γάλα και προϊόντα γαλακτοκομίας. Αυγά πτηνών. Μέλι φυσικό. (Δ.Κ. 0401, 0402, 0403, 0404, 0405, 0406, 0407, 0408, 0409).
7. Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, ρίζες βολβοειδείς και ριζώματα γενικά, σε φυτική νάρκη, σε βλάστηση ή σε άνθηση. Φυτά φυτωρίου, άλλα φυτά και ρίζες κιχωρίου άλλες από τις ρίζες της κλάσης 1212. Άλλα φυτά ζωντανά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι ρίζες τους), μοσχεύματα και μπόλια. Λευκό (φύτρα) μανιταριών (Δ.Κ. 0601 και 0602).
8. Λαχανικά, φυτά, ρίζες και κόνδυλοι, βρώσιμα. Εξαιρούνται τα προϊόντα της Δ.Κ. 0714 (Δ.Κ. 0701, 0702, 0703, 0704, 0705, 0706, 0707, 0708, 0709, 0710, 0711, 0712, 0713).
9. Καρποί και φρούτα βρώσιμα (Δ. Κ. 0801, 0802, 0803, 0804, 0805, 0806, 0807, 0808, 0809, 0810, 0811, 0812, 0813).
10. Δημητριακά (Δ.Κ. 1001, 1002, 1003, 1004, 1005, 1006, 1007 και 1008).
11. Προϊόντα αλευροποιίας. Άμυλα κάθε είδους (Δ.Κ. 1101, 1102, 1103, 1104, 1105, 1106 και ΕΧ 1108).
12. Σπέρματα και σπόροι που προορίζονται για σπορά (Δ.Κ. ΕΧ 1201, ΕΧ 1202, ΕΧ 1204, ΕΧ 1205, ΕΧ 1207 και ΕΧ 1209).
13. Άχυρα και φλοιοί ακατέργαστων δημητριακών, έστω και τεμαχισμένα, αλεσμένα, συμπιεσμένα ή συσσωματωμένα με μορφή σβόλων. Γογγύλια Σουηδίας (γογγυλοκράμβες), τεύτλα κτηνοτροφικά, ρίζες κτηνοτροφικές, χορτονομές (FΟΙΝ, LUΖΕRΝΕ), τριφύλλια, κτηνοτροφικά λάχανα, χορτονομές λούπινου, βίκου και παρόμοια κτηνοτροφικά προϊόντα, έστω και συσσωματωμένα με μορφή σβόλων (Δ.Κ. 1213 και 1214).
14. Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα. Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που παίρνονται αποκλειστικά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της κλάσης 1509 (Δ.Κ. 1509 και 1510).
15. Παρασκευάσματα για τη διατροφή των παιδιών συσκευασμένα για τη λιανική πώληση. Ζυμαρικά, όχι ψημένα ή παραγεμισμένα ή αλλιώς παρασκευασμένα. Ψωμί, χωρίς προσθήκη άλλων ουσιών και όχι φρυγανισμένο ή περαιτέρω επεξεργασμένο. Κάψουλες κενές του τύπου που χρησιμοποιούνται για φάρμακα (Δ.Κ. ΕΧ 1901, ΕΧ 1902, ΕΧ 1905).
16. Νερά, στα οποία περιλαμβάνονται και τα φυσικά ή τεχνητά μεταλλικά νερά, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών ούτε αρωματισμένα, μη αεριούχα (Δ.Κ. ΕΧ 2201).
17. Υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής. Τροφές παρασκευασμένες για ζώα. Εξαιρούνται τα παρασκευάσματα των τύπων που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων της Δ.Κ. 2309 (Δ.Κ. 2301, 2302, 2303, 2304, 2305, 2306, 2307 και 2308).
18. Η παράδοση νερού.
19. Ηλεκτρική ενέργεια (Δ.Κ. 2716), το φυσικό αέριο (Δ.Κ. ΕΧ 2711), καθώς και θέρμανση μέσω δικτύου (τηλεθέρμανση).
20. Φαρμακευτικά προϊόντα (Δ.Κ. 3001, 3002, 3003, 3004, 3005 και 3006).
21. Φάρμακα για την ιατρική του ανθρώπου των δασμολογικών κλάσεων 3003 και 3004. Εμβόλια για την ιατρική του ανθρώπου της δασμολογικής κλάσης 3002. (Δ.Κ. ΕΧ 3002, ΕΧ 3003, ΕΧ 3004). Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
22. Μαστίχα (λευκή ή μη), ακατέργαστη (Δ.Κ. ΕΧ 1301).
23. Λιπάσματα (Δ.Κ. 3101, 3102, 3103, 3104 και 3105).
24. Εντομοκτόνα, ποντικοφάρμακα, μυκητοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, ανασχετικά της βλάστησης και ρυθμιστικά της ανάπτυξης των φυτών, απολυμαντικά και παρόμοια προϊόντα που παρουσιάζονται σε μορφές ή συσκευασίες για τη λιανική πώληση ή ως παρασκευάσματα άλλα από εκείνα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση. Εξαιρούνται τα εντομοαπωθητικά, τα απολυμαντικά για οικιακές χρήσεις, τα εντομοκτόνα και κατσαριδοκτόνα που παρουσιάζονται σε φιάλες με προωθητικό αέριο ή σε σκόνη για οικιακές χρήσεις (Δ.Κ. ΕΧ 3808).
25. Βιβλία και βιβλία για παιδιά (Δ.Κ. ΕΧ4901, ΕΧ 4903). Εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις τυπωμένες, έστω και εικονογραφημένες ή με διαφημίσεις (Δ.Κ. 4902). Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
26. Ειδικές ανυψωτικές συσκευές (σκάλες, ανελκυστήρες, μηχανήματα ανεβοκατεβάσματος αναπήρων και παρόμοια), που χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση αναπήρων (Δ.Κ. ΕΧ 8428).
27. Αμαξάκια τύπου πολυθρόνας και άλλα οχήματα για αναπήρους, έστω και με κινητήρα ή άλλο μηχανισμό προώθησης, ανταλλακτικά αναπηρικού αμαξιδίου και ερεισίνωτο (Δ.Κ. 8713, Δ.Κ. 9403 και ΕΧ 8714).
28. Αντισυλληπτικές συσκευές που ονομάζονται «ενδομήτρια αντισυλληπτικά», καθετήρες για την ιατρική χρήση των ανθρώπων, σύριγγες σίτισης, πιεσόμετρα ομιλούντα, βελόνες (για τις πένες ινσουλίνης), βελόνες τεχνητού νεφρού, συσκευές έκχυσης ινσουλίνης (Δ.Κ. ΕΧ 9018).
29. Είδη και συσκευές ορθοπεδικής, στα οποία περιλαμβάνονται και οι ιατροχειρουργικές ζώνες και επίδεσμοι και οι πατερίτσες. Νάρθηκες, υποστηρίγματα και άλλα είδη και συσκευές για κατάγματα. Είδη και συσκευές προθέσεως. Συσκευές για τη διευκόλυνση της ακοής στους κουφούς και άλλες συσκευές που κρατιούνται με το χέρι, φέρονται από τα πρόσωπα ή εισάγονται στον ανθρώπινο οργανισμό, με σκοπό την αναπλήρωση μιας έλλειψης ή τη θεραπεία μιας αναπηρίας. Εξαιρούνται τα μέρη και εξαρτήματα των παραπάνω αγαθών (Δ.Κ. ΕΧ 9021).
30. Ανυψωτικό τουαλέτας (Δ.Κ. ΕΧ 3922), μπανιέρες για ανάπηρους (Δ.Κ. ΕΧ 3922, 6910, 7324), στηθόδεσμος μαστεκτομής - μαγιώ μαστεκτομής (Δ.Κ. ΕΧ 6212, ΕΧ 6112, ΕΧ 6211), προγράμματα για ηλεκτρονικούς υπολογιστές (jaws, supernova, hall, φωναισθησίας, fine reader) (Δ.Κ. ΕΧ 8523), εκτυπωτές Braille (Δ.Κ. ΕΧ 8443), ρολόγια χειρός (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 9102), πινακίδες γραφής (Braille), μέτρα (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 9017), μπαστούνια (λευκά και ηλεκτρονικά) (Δ.Κ. ΕΧ 6602), κασετόφωνα με 4 tracks (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 8519), ταινίες μέτρησης σακχάρου (Δ.Κ. ΕΧ 3822), τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.
31. Καθίσματα μπάνιου (Δ.Κ. ΕΧ 3922 και ΕΧ 9401), αντλία αποσιδήρωσης για μεσογειακή αναιμία (Δ.Κ. ΕΧ 9018), σύστημα τραχειοστομίας - τραχειοσωλήνες - φίλτρα (Δ.Κ. ΕΧ 9018), περπατούρα (ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), τρίποδο (ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), σύστημα φωτεινής ειδοποίησης (Δ.Κ. ΕΧ 8531), δέκτης φωτεινών σημάτων (Δ.Κ. ΕΧ 8517), Braille display (Δ.Κ. ΕΧ 8528), scanner (Δ.Κ. ΕΧ 8471), Braille note taker, γραφομηχανές (Δ.Κ. ΕΧ 8472), προγράμματα κινητών τηλεφώνων σε ελληνική και ξένη έκδοση (mobile speak, speaking phone) (Δ.Κ. ΕΧ 8523), πλαίσια γραφής για άτομα με μειωμένη όραση (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 3926, Δ.Κ. 7326), κάλτσες Α.Γ. ή Κ.Γ. (Δ.Κ. ΕΧ 6115, ΕΧ 6217), κάλτσες κολοβώματος (Δ.Κ. ΕΧ 6307), φίλτρα αιμοκάθαρσης, αιμοδιήθησης, αιμοδιαδιήθησης και πλασμαφαίρεσης (Δ.Κ. ΕΧ 9018), γραμμές αιμοκάθαρσης, αιμοδιήθησης, αιμοδιαδιήθησης και πλασμαφαίρεσης (Δ.Κ. ΕΧ 9018), σάκοι περισυλλογής υγρού προετοιμασίας φίλτρων (Δ.Κ. ΕΧ 3926), Yconnectors, σετ φλεβοκέντησης κατά την αιμοκάθαρση (Δ.Κ. ΕΧ 9018), φύσιγγες διττανθρακικών (Δ.Κ. ΕΧ 2836), συνδετικό από τιτάνιο (Δ.Κ. ΕΧ 9018, ΕΧ 8108), γραμμή σύνδεσης και αποχέτευσης, σάκοι αποχέτευσης (Δ.Κ. ΕΧ 3926), κασέτες σύνδεσης, Clamp (λαβίδες) (Δ.Κ. ΕΧ 9018), βαλίτσα περιτοναϊκής κάθαρσης (SMART PD CASE) (Δ.Κ. ΕΧ 9018, ΕΧ 4202), αναλώσιμο υλικό για κολοστομίες (Δ.Κ. ΕΧ 3006), τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.
Β. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ
1. Εισιτήρια θεατρικών παραστάσεων για τα οποία ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
2. Η διαμονή σε ξενοδοχεία και παρόμοιους χώρους, συμπεριλαμβανομένης και της παροχής καταλύματος διακοπών και της μίσθωσης χώρου σε κατασκήνωση ή κάμπινγκ για τροχόσπιτα.
3. Η παροχή υπηρεσιών κατ’ οίκον φροντίδας, παιδιών, ηλικιωμένων, ασθενών και ατόμων με ειδικές ανάγκες γενικά.
4. Η παροχή υπηρεσιών για τη γεωργική παραγωγή.
Γ. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1. Αγαθά και υπηρεσίες που δεν εντάσσονται στο Παράρτημα αυτό ή για τα οποία υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ένταξή τους στον πίνακα αυτόν, συνεπεία του είδους, του προορισμού, της σύνθεσης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, υπάγονται στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α..
2. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.7.2017.
Άρθρο 71
Κατάργηση της έκπτωσης φόρου Βουλευτών
Τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ζ’ Ψηφίσματος του έτους 1975 (Α’ 23) της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής καταργούνται για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.2017 κι έπειτα.
Άρθρο 72
Η περίπτωση β’ της παρ. 1 του άρθρου 53 του ν.4389/2016 (Α’ 94), αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Σε ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια - διαμερίσματα της υποπερίπτωσης γγ’ της περίπτωσης β’ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.4276/2014, 0.50 ευρώ.».
Άρθρο 73
Τροποποίηση του άρθρου 196 του ν.4389/2016 (Α’ 94)
Στην παρ. 6 του άρθρου 196 του ν.4389/2016 (Α’ 94), προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Για το σκοπό αυτόν, συστήνεται ομάδα εργασίας αποτελούμενη από εκπροσώπους του Υπουργείου Οικονομικών, των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργείων και των θυγατρικών ΕΤΑΔ και ΤΑΙΠΕΔ της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε., με σκοπό τον εντοπισμό στο Μητρώο Ακίνητης Περιουσίας (Μ.Α.Π.) της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του άρθρου 20 του ν.3965/2011 (Α’ 113),όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει, ακινήτων που πληρούν κριτήρια τα οποία τα καθιστούν κατάλληλα για αξιοποίηση. Κατά την εκτέλεση του έργου της, η ομάδα εργασίας ως συλλογικό όργανο θα έχει πλήρη πρόσβαση στο Μητρώο αυτό και σε τυχόν αντίστοιχα αρχεία ακίνητης περιουσίας που τηρούνται σε συναρμόδια Υπουργεία, τηρουμένων των διατάξεων περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Για την πρόσβαση της ομάδας στο Μητρώο τηρείται ειδικό διαβαθμισμένο πρωτόκολλο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ορίζονται τα μέλη της ομάδας, το χρονικό σημείο έναρξης και λήξης των εργασιών της, ο καθορισμός των κριτηρίων έρευνας και όλες οι διαδικασίες εργασιών, τα θέματα διασφάλισης απορρήτου και εμπιστευτικότητας και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για το
έργο και τη λειτουργία της.
Καμία μεταβίβαση ακινήτου δεν μπορεί να λάβει χώρα, εφόσον είναι αντίθετη στην ελληνική νομοθεσία.».
Άρθρο 74
Η παρ. 1 του άρθρου 65 του ν.4446/2016 (Α’ 240) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι δικαιούχοι πληρωμής, στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με πληρωτές οι οποίοι ενεργούν για λόγους που δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική τους δραστηριότητα, υποχρεούνται, ανάλογα με τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητάς τους (ΚΑΔ) και εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να αποδέχονται μέσα πληρωμής με κάρτα για την ολοκλήρωση των πράξεων πληρωμής.».
Άρθρο 75
Τροποποίηση του άρθρου 20 του ν.3842/2010 (Α’ 58)
Η παρ. 6 του άρθρου 20 του ν.3842/2010 (A’ 58), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 69 του ν.4446/2016 (Α’ 240), αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, καθορίζονται η έκταση εφαρμογής, οι εξαιρέσεις, οι ειδικότερες υποχρεώσεις των φορολογούμενων της παραγράφου 1, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τα ανωτέρω. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία και οι τεχνικές προδιαγραφές για τη διαβίβαση, την ασφάλεια και την επεξεργασία των δεδομένων της παραγράφου 1, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τα ανωτέρω.».
Άρθρο 76
Τροποποίηση του άρθρου 12 του ν.4308/2014 (Α’ 251)
Στην παρ. 16 του άρθρου 12 του ν.4308/2014 (Α’ 251), όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 74 του ν.4446/2016, μετά τη φράση «Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών» προστίθεται η φράση «, η οποία εκδίδεται μετά από πρόταση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων,».
Άρθρο 77
Τροποποίηση του άρθρου 26 του ν.4174/2013 (Α’ 170)
1. Η παρ. 1 του άρθρου 26 του ν.4174/2013 (Α’ 170) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι υποθέσεις που ελέγχονται κατά προτεραιότητα, επιλέγονται με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, εξαιρετικά, με βάση άλλα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και δεν δημοσιοποιούνται.».
2. Η παρ. 2 του άρθρου 26 του ν.4174/2013, αντικαθίσταται ως εξής:
«2.α. Με απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, η οποία εκδίδεται έως το τέλος κάθε έτους και δύναται να τροποποιηθεί οποτεδήποτε, καθορίζεται ο αριθμός των μερικών ή και πλήρων ελέγχων που θα διενεργούνται εντός του επόμενου έτους κατά προτεραιότητα, με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με βάση άλλα κριτήρια, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του αριθμού των ελεγκτών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης και του αριθμού των διενεργηθέντων ελέγχων κατά τους προηγούμενους δώδεκα μήνες από τον μήνα έκδοσης της απόφασης. Στην απόφαση ορίζεται, επίσης, το ποσοστό των πλήρων και μερικών ελέγχων για φορολογικά έτη, χρήσεις, υποθέσεις, περιόδους ή υποχρεώσεις που αφορούν στην τελευταία πενταετία, συμπεριλαμβανομένου και του έτους έκδοσης της απόφασης, το οποίο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού 70% του συνόλου πλήρων και μερικών ελέγχων, αντίστοιχα, των κατά προτεραιότητα ελεγχόμενων υποθέσεων, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα. Ειδικά, για το έτος 2016 το ανωτέρω ποσοστό ορίζεται σε 50% και για το έτος 2017 σε 60%.
β. Για ελέγχους που διενεργούνται από 1.1.2018, ποσοστό τουλάχιστον 75% των ελέγχων που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α’ της παρούσας παραγράφου, αφορούν κατ’ αρχήν σε ελέγχους της τελευταίας τριετίας για τις οποίες έχει λήξει η προθεσμία υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Οι έλεγχοι του προηγούμενου εδαφίου μπορούν να επεκτείνονται στα δύο προηγούμενα, πέραν της τελευταίας τριετίας, φορολογικά έτη ή χρήσεις, με βάση κριτήρια κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο.».
Άρθρο 78
Τροποποιήσεις του Κώδικα Είσπραξης
Δημοσίων Εσόδων
1. Στο άρθρο 36 του ν.δ.356/1974 (Α’90) προστίθενται νέες παράγραφοι ως εξής:
«6. Για τις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 7 εφαρμόζονται οι διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 993 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
7. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται ο τρόπος προσδιορισμού της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, το αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της αξίας αυτής, ο τρόπος καθορισμού της αμοιβής του, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα.».
2. Στο άρθρο 39 του ν.δ.356/1974 προστίθεται νέα παράγραφος ως εξής:
«7. Για τις κατασχέσεις που επιβάλλονται μετά την έκδοση της απόφασης της παραγράφου 7 του άρθρου 36 εφαρμόζονται οι διατάξεις του τέταρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 995 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».
Άρθρο 79
Πρόστιμο Φ.Π.Α. για πλαστά,
εικονικά ή νοθευμένα φορολογικά στοιχεία
1. Για παραβάσεις για τις οποίες προβλέπεται η επιβολή προστίμων του άρθρου 6 του ν.2523/1997 (Α’ 179) και της περίπτωσης δ’ της παρ. 2 του άρθρου 55 του ν.4174/2013 (Α’ 170), για τις οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης του παρόντος δεν έχουν εκδοθεί οι οριστικές πράξεις επιβολής προστίμων, δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα των προαναφερομένων διατάξεων, αλλά επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που εξέπεσε ή που επιστράφηκε ή που δεν αποδόθηκε, ανεξάρτητα εάν δεν προκύπτει τελικά ποσό φόρου για καταβολή.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 εφαρμόζονται και επί εκκρεμών κατά την κατάθεση του παρόντος υποθέσεων, εφόσον η εφαρμογή τους συνεπάγεται ευνοϊκότερο καθεστώς για τον υπόχρεο. Ως εκκρεμείς υποθέσεις νοούνται οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ή του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν άσκησης εμπρόθεσμης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης ή για τις οποίες εκκρεμεί η προθεσμία άσκησης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής ή τακτικού ενδίκου μέσου ή αίτησης αναίρεσης, καθώς και υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις ή αποφάσεις αλλά δεν έχουν κοινοποιηθεί. Ως εκκρεμείς νοούνται, επίσης, οι υποθέσεις οι οποίες έχουν συζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση του δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση και δεν έχει κοινοποιηθεί στον φορολογούμενο.
3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 επί των υποθέσεων της παραγράφου 2, απαιτείται η εκ μέρους του ενδιαφερομένου ταυτόχρονη υποβολή σχετικής αίτησης και ανέκκλητης δήλωσης ανεπιφύλακτης αποδοχής των ως άνω παραβάσεων, κάθε πράξης ή απόφασης της διεύθυνσης επίλυσης διαφορών ή του δικαστηρίου, και καταβολή του συνόλου της οφειλής, που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, άμεσα ή το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την υποβολή της δήλωσης αποδοχής, άλλως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 1. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μην έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης αποδοχής. Ποσά που έχουν καταβληθεί δεν επιστρέφονται, δεν συμψηφίζονται και δεν αναζητούνται, λόγω εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
Η αίτηση-δήλωση υποβάλλεται στον προϊστάμενο της αρχής που εξέδωσε την πράξη. Στις περιπτώσεις που η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων, με την ως άνω δήλωση αποδοχής συνυποβάλλεται και σχετική βεβαίωση της γραμματείας του αρμόδιου δικαστηρίου για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση. Αν έχει εκδοθεί μη αμετάκλητη απόφαση, η ως άνω βεβαίωση πρέπει να διαλαμβάνει αν η απόφαση επιδόθηκε στον αντίδικο του Δημοσίου και, σε καταφατική περίπτωση, την ημεροχρονολογία της επίδοσης. Επί υποθέσεων που είχαν ήδη συζητηθεί, αλλά δεν είχε εκδοθεί ακόμη απόφαση ή είχε εκδοθεί αλλά δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, λόγω ύπαρξης προθεσμίας άσκησης ή λόγω άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης, η κατά τα ανωτέρω συνυποβαλλομένη δήλωση ανέκκλητης αποδοχής και η συνεπεία αυτής καταβολή της οφειλής κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ενέχει, κατά περίπτωση, και παραίτηση των διαδίκων από του δικαιώματός τους να απαιτήσουν τη συμμόρφωση προς την τυχόν εκδοθησομένη δικαστική απόφαση ή να ασκήσουν οποιοδήποτε τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατ’ αυτής ή παραίτηση από του δικογράφου του ασκηθέντος ενδίκου μέσου. Ειδικώς δε, σε υποθέσεις που δεν έχουν συζητηθεί ή έχουν συζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις της περίπτωσης α’ της παρ. 1 του άρθρου 142 του ν.2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Α’ 97), τα αποτελέσματα της οποίας επέρχονται με την περιέλευση στη γραμματεία του δικαστηρίου σχετικής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της φορολογικής αρχής που εξέδωσε την πράξη, με περιεχόμενο την περάτωση της διαδικασίας του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 80
Τροποποίηση του άρθρου 36 του ν.3986/2011
1. Στην παρ. 8β του άρθρου 36 του ν.3986/2011 (Α’ 152) προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η προκαλούμενη από την ως άνω παροχή συνολική δαπάνη σε βάρος του τακτικού Κρατικού Προϋπολογισμού κάθε έτους δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα οκτώ εκατομμύρια (58.000.000) ευρώ.».
2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει από 1.1.2018.
Άρθρο 80Α
Τροποποίηση του άρθρου 38 του ν.3986/2011
1. Τροποποιείται το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 38 του ν.3986/2011 ως εξής:
«Το συνολικό ποσό που μεταβιβάζεται κατ’ έτος, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, από τον Τακτικό Προϋπολογισμό στους Δήμους και τις Περιφέρειες δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία δισεκατομμύρια τετρακόσια εκατομμύρια (3.400.000.000) ευρώ.».
2. Η ανωτέρω διάταξη ισχύει από την 1.1.2018.
Άρθρο 81
Τροποποίηση του ν.4389/2016 (Α’ 94)
1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 197 του ν.4389/2016 (Α’ 94) αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Την ημερομηνία καταχώρησης του καταστατικού της ΕΔΗΣ στο Γ.Ε.ΜΗ., το σύνολο των μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στις δημόσιες επιχειρήσεις που απαριθμούνται στο Παράρτημα Δ’, στο Παράρτημα Ε’ και στο Παράρτημα ΣΤ’, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστα μέρη του παρόντος νόμου, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα στην ΕΔΗΣ.».
2.α. Τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 198 του ν.4389/2016 (Α’ 94) αναριθμούνται ως παράγραφος 1.
β. Στο άρθρο 198 του ν.4389/2016 (Α’ 94) προστίθεται παράγραφος 2, ως εξής:
«2. Από την ημερομηνία καταχώρισης του Καταστατικού της ΕΔΗΣ στο Γ.Ε.Μ.Η., μεταβιβάζονται αυτοδικαίως και χωρίς αντάλλαγμα από το ΤΑΙΠΕΔ στην ΕΔΗΣ τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα, δικαιώματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης, κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άυλα δικαιώματα και δικαιώματα λειτουργίας, συντήρησης και εκμετάλλευσης υποδομών, τα οποία είχαν μεταβιβαστεί στο ΤΑΙΠΕΔ δυνάμει της υπ’ αριθμ. 195/2011 (Β’ 2501) απόφασης της Διϋπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων σχετικά με το δικαίωμα παραχώρησης σε τρίτους, μέσω συμβάσεων παραχώρησης, των δικαιωμάτων που αφορούν στη διοίκηση, διαχείριση, λειτουργία, ανάπτυξη, επέκταση, συντήρηση και εκμετάλλευση όλων των κρατικών αεροδρομίων, των οποίων η οργάνωση, λειτουργία και διοίκηση ανήκει στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων διοίκησης, διαχείρισης και εκμετάλλευσης επί των κινητών και ακινήτων που σχετίζονται με τη λειτουργία τους, καθώς και των χώρων εμπορικής ή άλλης χρήσης που βρίσκονται μέσα ή κοντά στα κρατικά αυτά αεροδρόμια και υπό τους όρους που θα καθορίζονται στη σχετική σύμβαση παραχώρησης, εξαιρουμένων ρητά των κρατικών Περιφερειακών αεροδρομίων Κρήτης, Ηπειρωτικής Ελλάδας, Ιονίου και Αιγαίου, τα οποία έχουν ήδη παραχωρηθεί με συμβάσεις παραχώρησης, οι οποίες κυρώθηκαν με τα άρθρα 215 και 216 του παρόντος νόμου.».
3. Το Παράρτημα Δ’ του ν.4389/2016 (Α’ 94), αντικαθίσταται ως εξής:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Δ’ (Επιχειρήσεις που μεταβιβάζονται στην ΕΔΗΣ):
1. ΟΑΣΑ Α.Ε. και οι θυγατρικές του (ΟΣΥ Α.Ε. - ΣΤΑΣΥ Α.Ε.) σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3920/2011 που αφορούν τις διεταιρικές σχέσεις των ΟΑΣΑ Α.Ε., ΟΣΥ Α.Ε. και ΣΤΑΣΥ Α.Ε.
2. ΟΣΕ Α.Ε.
3. ΟAKA
4. ΕΛΤΑ Α.Ε.».
4. Μετά το Παράρτημα Ε’ του ν.4389/2016 (Α’ 94), προστίθεται Παράρτημα ΣΤ’, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ν.4389/2016:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΤ’ (Επιχειρήσεις που μεταβιβάζονται στην ΕΔΗΣ - Ομάδα Γ’):
1. Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε.
2. Ελληνικές Αλυκές Α.Ε.
3. ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ Α.Ε.
4. Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου (ΑΕΔΙΚ)
5. Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας Α.Ε. (Ο.Κ.Α.Α. ΑΕ)
6. Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (Κ.Α.Θ. Α.Ε.)
7. ΔΕΘ - HELEXPO Α.Ε.
8. Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών Α.Ε.».
Άρθρο 82
Καταβολή προμήθειας για την υπερβάλλουσα
αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση
Στο άρθρο 27Α του ν.4172/2013 (Α’ 167) προστίθεται νέα παράγραφος 12, ως εξής:
«12. Για το υπερβάλλον ποσό της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, όπως αυτό προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του ισχύοντος φορολογικού συντελεστή και του φορολογικού συντελεστή που εφαρμόζονταν πριν την ισχύ του ν.4334/2015, τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 καταβάλλουν στο Ελληνικό Δημόσιο ετήσια προμήθεια.
Το ποσό της προμήθειας υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας με συντελεστή 1,5% το γινόμενο της διαφοράς μεταξύ του ισχύοντος συντελεστή φορολόγησης και του συντελεστή φορολόγησης 26% που εφαρμόζονταν πριν την ισχύ του ν.4334/2015 διά του ίδιου συντελεστή 26% επί το συνολικό ποσό εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ανά υπόχρεο πρόσωπο.
[Προμήθεια = 1,5% x (ισχύον φορολογικός συντελεστής % -26%)/26%] x συνολικό ποσό εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ανά υπόχρεο πρόσωπο].
Η καταβολή της προμήθειας γίνεται εντός έξι (6) μηνών από το τέλος κάθε φορολογικού έτους, για όσο χρονικό διάστημα ο φορολογικός συντελεστής που εφαρμόζεται στα υπόχρεα πρόσωπα είναι μεγαλύτερος του 26%, σε λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και αποτελεί έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού. Κατά την πρώτη εφαρμογή της παρούσας παραγράφου, η προμήθεια καταβάλλεται έως τις 30.6.2017.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατόπιν έγγραφης ενημέρωσης από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους υπόχρεους και το συνολικό ποσό της εγγυημένης από το Ελληνικό Δημόσιο αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης ανά υπόχρεο πρόσωπο, όπως το ποσό αυτό βεβαιώνεται από τον ορκωτό ελεγκτή του μετά τη δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων κάθε έτους, καθορίζεται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το ακριβές ποσό της προμήθειας ανά υπόχρεο πρόσωπο, σύμφωνα με τον παραπάνω τύπο.».
Άρθρο 83
Στο ν.4172/2013 (Α’ 167) μετά το άρθρο 39 προστίθεται νέο άρθρο 39Α ως εξής:
«Άρθρο 39A
Εισόδημα από βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων
στο πλαίσιο της οικονομίας διαμοιρασμού
1. Το εισόδημα που αποκτάται, από φυσικά πρόσωπα, από τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτου της οικονομίας διαμοιρασμού, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 111 του ν.4446/2016 (Α’ 167), όπως ισχύει, είναι εισόδημα από ακίνητη περιουσία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 39 και της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν.4172/2013 (Α’ 167), όπως ισχύουν, εφόσον τα ακίνητα εκμισθώνονται επιπλωμένα χωρίς την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας πλην της παροχής κλινοσκεπασμάτων. Σε περίπτωση που παρέχονται οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες, το εισόδημα αυτό αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα του άρθρου 21 του ν.4172/2013, όπως ισχύει.
2. Το εισόδημα που αποκτάται από νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, από τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτου της οικονομίας διαμοιρασμού, όπως ορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, θεωρείται εισόδημα από ακίνητη περιουσία.
3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται από το φορολογικό έτος που αρχίζει από 1.1.2017 και εφεξής.».
Άρθρο 84
Τροποποιήσεις του άρθρου 111
του ν.4446/2016
Το άρθρο 111 του ν.4446/2016 (Α’ 240) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 111
Ρυθμίσεις για τη βραχυχρόνια μίσθωση ακινήτων
στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού
1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως ακίνητο νοείται:
α) το διαμέρισμα,
β) η μονοκατοικία, εξαιρουμένων των μονοκατοικιών οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοιες λόγω της κατάργησης της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας,
γ) οποιαδήποτε άλλη μορφή οικήματος με δομική και λειτουργική αυτοτέλεια,
δ) τα δωμάτια εντός διαμερισμάτων ή μονοκατοικιών.
Ως οικονομία του διαμοιρασμού ορίζεται κάθε μοντέλο όπου οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν μια ανοικτή αγορά για την προσωρινή χρήση αγαθών ή υπηρεσιών που συχνά παρέχουν ιδιώτες.
Ως ψηφιακές πλατφόρμες ορίζονται οι ηλεκτρονικές, διμερείς ή πολυμερείς αγορές, όπου δύο ή περισσότερες ομάδες χρηστών επικοινωνούν μέσω διαδικτύου με τη μεσολάβηση του διαχειριστή της πλατφόρμας προκειμένου να διευκολυνθεί μία συναλλαγή μεταξύ τους.
Ως βραχυχρόνια μίσθωση ορίζεται η μίσθωση ακινήτου που συνάπτεται μέσω των ψηφιακών πλατφορμών για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, μικρότερη του έτους.
Ως διαχειριστής ακινήτου βραχυχρόνιας μίσθωσης (στο εξής «διαχειριστής ακινήτου») ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα, που αναλαμβάνει την διαδικασία ανάρτησης ακινήτου στις ψηφιακές πλατφόρμες με σκοπό τη βραχυχρόνια μίσθωση και γενικά μεριμνά για τη βραχυχρόνια μίσθωση του ακινήτου. Διαχειριστής ακινήτου δύναται να είναι είτε κύριος του ακινήτου ή νομέας ή επικαρπωτής ή υπεκμισθωτής ή τρίτος.
2. Προβλέπεται δυνατότητα βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτου, μέσω των ψηφιακών πλατφορμών στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Ο διαχειριστής ακινήτου να έχει εγγραφεί στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής» που τηρείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.).
β. O αριθμός εγγραφής στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής υποχρεωτικά να συνοδεύει την ανάρτηση του ακινήτου, σε εμφανές σημείο, στις ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και σε κάθε μέσο προβολής.
γ. Στις περιπτώσεις που οι διαχειριστές ακινήτων διαθέτουν Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 4 του ν.4276/2014 (Α’ 155) και της παρ. 5 του άρθρου 46 του ν.4179/2013 (Α’ 175), δεν υποχρεούνται να εγγραφούν στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής, έχουν όμως την υποχρέωση να αναγράφουν, σε εμφανές σημείο, τον αριθμό του Ειδικού Σήματος Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) κατά την ανάρτηση του ακινήτου στις ψηφιακές πλατφόρμες, καθώς και σε κάθε μέσο προβολής.
Η καταχώρηση στο Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής πραγματοποιείται ανά εκμισθούμενο ακίνητο.
3.α. Το εισόδημα που αποκτάται στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 39Α του ν.4172/2013 (Α’ 167) απαλλάσσεται του ΦΠΑ.
β. Ο διαχειριστής ακινήτου που δεν διαθέτει Ειδικό Σήμα Λειτουργίας (Ε.Σ.Λ.) υποχρεούται στην υποβολή Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής, σε ηλεκτρονική εφαρμογή που θα δημιουργηθεί από την Α.Α.Δ.Ε. και δεν υποβάλλει Δηλώσεις Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.
Στην ίδια υποχρέωση υποβολής Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής υπόκεινται και τα πρόσωπα της παρ. 5 του άρθρου 46 του ν.4179/2013.
4.α. Ο κύριος του ακινήτου ή ο νομέας ή ο επικαρπωτής ή ο υπεκμισθωτής εφόσον αναθέτει σε τρίτο τη διαχείριση του ακινήτου του με σκοπό τη βραχυχρόνια μίσθωση, έχει υποχρέωση υποβολής Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας στην οποία θα καταχωρήσει τα στοιχεία του διαχειριστή του ακινήτου. Σε περίπτωση μη υποβολής αυτής, θεωρείται ο ίδιος διαχειριστής του ακινήτου.
β. Σε περίπτωση συνιδιοκτησίας ακινήτου, όταν διαχειριστής του ακινήτου είναι ένας εκ των συνιδιοκτητών, οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες δεν υποχρεούνται στην υποβολή Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας.
γ. Ο κύριος του ακινήτου ή ο νομέας ή ο επικαρπωτής ή ο υπεκμισθωτής εφόσον εκμισθώνει ακίνητο με δικαίωμα υπεκμίσθωσης εξακολουθεί να έχει την υποχρέωση υποβολής της Δήλωσης Πληροφοριακών Στοιχείων Μίσθωσης Ακίνητης Περιουσίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
5.α. Σε περίπτωση μη τήρησης των προϋποθέσεων των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 8 επιβάλλεται αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ στους διαχειριστές ακινήτων. Το πρόστιμο αποτελεί δημόσιο έσοδο, επιβάλλεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. από την Α.Α.Δ.Ε.. Από τη διαπίστωση της παράβασης ο διαχειριστής ακινήτου βραχυχρόνιας μίσθωσης υποχρεούται εντός δεκαπέντε (15) ημερολογιακών ημερών να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες συμμόρφωσης. Σε περίπτωση μη τήρησης εκ νέου προϋποθέσεων των παραγράφων 2 και 8, εντός ενός έτους από την έκδοση της πράξης επιβολής του προστίμου, το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται στο διπλάσιο και στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος.
β. Σε περίπτωση μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής επιβάλλεται στον διαχειριστή ακινήτου πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο του μισθώματος όπως αυτό εμφανίζεται στην ψηφιακή πλατφόρμα κατά την ημέρα που πραγματοποιείται ο έλεγχος.
γ. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής επιβάλλεται αυτοτελές διοικητικό πρόστιμο ύψους εκατό (100) ευρώ.
δ. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης στο αίτημα της Α.Α.Δ.Ε., κατά την παράγραφο 7 επιβάλλονται τα πρόστιμα των περιπτώσεων γ’ και δ’ της παρ. 2 του άρθρου 54 του ν.4174/2013 (Α’ 170).
6. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, μπορεί να διενεργούνται έλεγχοι και από μικτά συνεργεία ελέγχου που αποτελούνται από υπαλλήλους της Α.Α.Δ.Ε. και του Υπουργείου Τουρισμού. Επιπλέον μπορεί να ζητείται η συνδρομή της Οικονομικής Αστυνομίας.
7. Η Α.Α.Δ.Ε. μπορεί να ζητεί από κάθε ψηφιακή πλατφόρμα, η οποία δραστηριοποιείται στην οικονομία του διαμοιρασμού, κάθε πληροφορία η οποία είναι απαραίτητη για την ταυτοποίηση των διαχειριστών ακινήτων, καθώς και των ακινήτων που αναρτώνται σε αυτές.
8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Τουρισμού μπορεί, για λόγους που σχετίζονται με την προστασία της κατοικίας, να καθοριστούν γεωγραφικές περιοχές, όπου θα ισχύουν περιορισμοί στη διάθεση ακινήτων για βραχυχρόνια μίσθωση ως εξής:
α. Να μην επιτρέπεται η βραχυχρόνια μίσθωση άνω των δύο (2) ακινήτων ανά Α.Φ.Μ. δικαιούχου εισοδήματος.
β. Η μίσθωση κάθε ακινήτου να μην υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες ανά ημερολογιακό έτος και για νησιά κάτω των δέκα χιλιάδων (10.000) κατοίκων τις εξήντα (60) ημέρες ανά ημερολογιακό έτος. Υπέρβαση της διάρκειας του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται, εφόσον το συνολικό εισόδημα του εκμισθωτή ή του υπεκμισθωτή, από το σύνολο των ακινήτων που διαθέτει για μίσθωση ή υπεκμίσθωση, δεν ξεπερνά τις δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ κατά το οικείο φορολογικό έτος.
9. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Τουρισμού και του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε., ορίζονται οι όροι συνεργασίας του Ελληνικού Δημοσίου με την εκάστοτε ψηφιακή πλατφόρμα.
10. Με απόφαση του Διοικητή της Α.Α.Δ.Ε. καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την έναρξη ισχύος και τη λειτουργία του Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής και για τη διαδικασία υποβολής της Δήλωσης Βραχυχρόνιας Διαμονής, τη διενέργεια του ελέγχου, τα όργανα επιβολής των κυρώσεων της παραγράφου 5, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.».
[...]
ΜΕΡΟΣ Η’
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Άρθρο 164
Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.